Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Χορός της μέλισσας-Η πρώτη σκηνή του φόνου

Με αυτή την σκηνή ξεκινά το δεύτερο μυθιστόρημα με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη, με τίτλο Ο χορός της μέλισσας (εκδόσεις Κέδρος)



Μηδέν


20 Αυγούστου 2014


Το γλέντι βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, αλλά αυτός απομακρύνεται περπατώντας προς τα αγαπημένα του λιόδεντρα. Έχει ανάγκη από μερικές ανάσες. Από την ώρα που ξύπνησε μια αόρατη θηλιά έχει τυλίξει το στήθος του. Κοντοστέκεται, κλείνει τα μάτια του και προσπαθεί να θυμηθεί πώς έφτασαν εδώ τα πράγματα. Αλλά δεν θέλει.
Η μόνη εικόνα που έρχεται πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα είναι η πρωινή βουτιά στη θάλασσα. Μέσα στο νερό, λίγη ώρα αφότου είχε ξυπνήσει, κοιτάζοντας τον ορίζοντα που αγκάλιαζε το Αιγαίο, ο Αλέξανδρος Χρηστίδης προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά. Είχε βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων. Δρόμος διαφυγής δεν υπήρχε. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τον δρόμο της ανάγκης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα διαλύονταν τα πάντα.
Ο ήλιος απλώνεται στον ουρανό σαν ψέμα που γυροφέρνει την αλήθεια του. Η αόρατη θηλιά ανεβαίνει από το στήθος προς τον λαιμό του καθώς επιταχύνει το βάδισμά του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πόσο πιο εύκολα θα γίνονταν τα πράγματα, αν άλλαζε γνώμη και τα παραδεχόταν όλα. Αν αρνούνταν να κάνει αυτό που του ζήτησαν, συνεχίζοντας αυτό που ξεκίνησαν με τα παιδιά. Αυτό που τόσο πολύ αγάπησε. Ένας γλάρος που ψάχνει για τροφή τού αποσπά την προσοχή.
Γυρίζει και κοιτάζει λίγο προς τη γιορτή. Όλοι είναι εκεί για να τον τιμήσουν και να γιορτάσουν το εφάπαξ του, που έχει πιστωθεί στον λογαριασμό του λίγες μέρες νωρίτερα. Το κέφι έχει ανάψει για τα καλά, οι χοροί ξεκίνησαν. Μέχρι πριν από λίγο η συζήτηση έδινε και έπαιρνε, με βασικό θέμα την έξοδο της χώρας από την κρίση. Σε κάποια φάση απόρησε με το θράσος τους για τις προτάσεις που υποστήριζαν. Παρά την κακή του διάθεση κατάφερε και συμμετείχε αποφεύγοντας οξείες παρεμβάσεις. Δεν ήθελε να δημιουργηθεί ένταση τέτοια μέρα, ούτε να γίνει σκηνή μπροστά στη Δέσποινα. Αλλά, κατά βάθος, εκνευρίστηκε με τα όσα άκουσε και η μόνη διέξοδος ήταν μια βόλτα στα λιόδεντρα.
Κάνει μια παράκαμψη και μπαίνει μέσα στο σπίτι. Στο ισόγειο η κουζίνα, ο ενιαίος χώρος του σαλονιού, το γραφείο και ένα μικρό λουτρό, στον πάνω όροφο τα τρία άνετα υπνοδωμάτια και το δεύτερο μπάνιο. Η επίπλωση έχει γίνει στα πρότυπα νησιώτικου σπιτιού· χτισμένοι καναπέδες, επενδυμένοι με χοντρά πολύχρωμα μαξιλάρια, ξύλινες καρέκλες, γυάλινα μικρά και μεγάλα τραπέζια, με τους τοίχους να βρίθουν από ιμιτασιόν έργα του Μόραλη και του Φασιανού, παραγγελία από κάποιο ζωγράφο της περιοχής, και φωτογραφίες που ξεκινούν από τις πρώτες πορείες της επετείου του Πολυτεχνείου, σταματούν στις ανέμελες εκδρομές των επόμενων δεκαετιών και φτάνουν μέχρι τις ορκωμοσίες των παιδιών. Πηγαίνει και κάθεται για λίγο στο γραφείο του. Ξαπλώνει στον λευκό καναπέ και κοιτάζει τα κορνιζαρισμένα βλέμματα του Μπέρτραντ Ράσελ, τoυ Μαρξ, του Τσε, του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Άρη Βελουχιώτη, τις μικρές προτομές του Ηράκλειτου και του Πυθαγόρα που περικλείουν τη βιβλιοθήκη απέναντί του και τον χάλκινο Δισκοβόλο του Μύρωνα που στέκεται ακίνητος στη γωνία, δίπλα στο μεγάλο γραφείο από οξιά. Το βλέμμα του στρέφεται προς τα αναμνηστικά που στολίζουν τα ράφια από τα ταξίδια που πραγματοποίησαν με τη Δέσποινα τα τελευταία χρόνια. Ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι από την Κωνσταντινούπολη, ένας γυάλινος πύργος του Άιφελ, ένα κομμάτι τσιμέντο από το Τείχος του Βερολίνου. Σε μια γωνία δυο σημαιούλες, μία της Ελλάδας και μια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαϊδεύουν η μία τις καμπύλες της άλλης. Πιο πέρα μια εικόνα του Αποστόλου Παύλου, δώρο ενός πατέρα, ερασιτέχνη αγιογράφου, μπαχτσίσι για την ένταξη της κόρης του στα προγράμματα της εταιρίας Κιστέρνα μετά την απεξάρτηση. Αποτυπώματα μιας ζωής που για αλλού ξεκίνησε, αλλού έφτασε και, τώρα, στη δύση της, προσπάθησε να διορθώσει ό,τι μπορούσε.
Κλείνει ξανά τα μάτια του. Αντί να νιώσει καλύτερα, του έρχεται αναγούλα. Τρέχει στο μικρό μπάνιο του ισογείου και ξερνάει τη χολή του. Έπειτα μπαίνει κάτω από το ντους για να συνέλθει και να γυρίσει στη γιορτή. Μόλις ντύνεται, συνειδητοποιεί ότι κάποιος έχει βάλει τέρμα στο λάπτοπ το O Fortuna. Εδώ και λίγα χρόνια σιχαίνεται αυτό το τραγούδι, σε αντίθεση με το παρελθόν που το λάτρευε. Φίλοι και συγγενείς έχουν επιδοθεί σε ξέφρενο χορό φωνάζοντας δυνατά το όνομά του. Η Μυρσίνη έχει ανέβει ξυπόλητη στο καπό του αυτοκινήτου του και χτυπιέται με ένα μπουκάλι ρετσίνα στο χέρι. Ένα απαλό γαργαλητό απλώνεται στο πέος του.
Βγαίνει από την πίσω πόρτα της κουζίνας, και αυτή τη φορά κατευθύνεται οριστικά προς τα λιόδεντρα, το αγαπημένο του μέρος στο κτήμα. Όμως, η θηλιά που τυλίγει πλέον όλο του το είναι, γίνεται ακόμη πιο σφιχτή. Η αόρατη δύναμη στην οποία δεν μπορεί να αντισταθεί τον τραβάει κατά κει.
Καθώς φτάνει στο πρώτο δέντρο τα ξεχνάει όλα. Αναθαρρεί, καθώς κοιτάζει τους καρπούς τους να κρέμονται από τα κλαδιά, χρησμοί που διαβάζονται σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει μονάχα αυτός και τα παιδιά από την Ατλαντίδα. Σκέφτεται πως πρέπει να πείσει τα παιδιά να έρθουν από το εξωτερικό έστω για λίγες μέρες να μαζέψουν τις ελιές. Πριν τα πρωτοβρόχια, σίγουρα. Οι πόροι του ανοίγουν και αναπνέει το θαλασσινό αεράκι που έρχεται από μερικές εκατοντάδες μέτρα νοτιότερα.
Όμως οι στιγμές αυτές κρατούν για λίγο. Όσο πλησιάζει προς την άκρη του κτήματος, το σφίξιμο στα σωθικά επανέρχεται. Όταν βλέπει πως λείπει ένα κομμάτι από την περίφραξη, τον πιάνει πανικός. Το κενό χάσκει ανάμεσα στα σύρματα, δείχνοντας την απόσταση από το κτήμα προς τα έξω να ισούται με το άπειρο. Σηκώνει το βλέμμα και βλέπει έναν γεροδεμένο άντρα, ντυμένο με στολή μελισσοκόμου, να τον πλησιάζει απειλητικά. Η μάσκα κρύβει τα χαρακτηριστικά του. Στο ένα του χέρι κρατάει ένα ξύλινο κλομπ και στο άλλο μια μικρή κυψέλη μελισσών. Ο Αλέξανδρος μένει μετέωρος για λίγο. Αναγνωρίζει ότι η μάσκα ανήκει στον ίδιο και ξαφνικά συνειδητοποιεί με ποιο τρόπο έφτασε στα χέρια του άντρα που έρχεται καταπάνω του. Αναρωτιέται αν αυτό που βλέπει είναι κάποιο όραμα ή ο προθάλαμος του τέλους. Αντιλαμβάνεται ότι η μόνη επιλογή που έχει είναι να τρέξει πίσω στους οικείους του.
Αλλά δεν προλαβαίνει. Μόλις ένα σμάρι μέλισσες απελευθερώνεται από την κυψέλη, ο άγνωστος του ορμάει. Τα τσιμπήματα είναι απανωτά και τον ζαλίζουν. Έπειτα ο άντρας αρχίζει να τον χτυπάει. Το πρώτο δυνατό χτύπημα τον βρίσκει στον αυχένα. Τα πάντα θολώνουν γύρω του πριν πέσει κάτω. Καταφέρνει να πάρει μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να ουρλιάξει. Μάταια. Τα χτυπήματα πλέον σφυροκοπούν ολόκληρο το κορμί του. Από την κυψέλη ξεπετιούνται μέλισσες και τον τσιμπάνε συνεχώς. Ανοίγει τα μάτια του και καταφέρνει να αντικρίσει έκπληκτος τον άντρα που έχει βγάλει τη μάσκα του. Η έκπληξή του γίνεται ένα με τον αβάσταχτο πόνο του. Προσπαθεί μάταια να ψελλίσει συγγνώμη. Τα χτυπήματα και οι τσιμπιές τον έχουν παραλύσει. Και ύστερα τίποτα, το απόλυτο μηδέν του τίποτα.