Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Αφιέρωμα στο Noir Μυθιστόρημα


Η εξέλιξη του Νουάρ Μυθιστορήματος*

από τον Πάνο Ιωαννίδη

Εισαγωγή.
Βρισκόμαστε εδώ για να συζητήσουμε την σημασία που έχει πλέον, το νουάρ μυθιστόρημα στην σύγχρονη μυθιστοριογραφία. Για την ακρίβεια, για να συζητήσουμε την καλλιτεχνική σύνδεση που έχει το νουάρ μυθιστόρημα, κυρίως μέσα από την κοινωνική και την πολιτική του διάσταση, με την Ιστορία, την τρέχουσα και την παρελθοντική. Στόχος μας είναι να ερευνήσουμε συνοπτικά,  ένα λογοτεχνικό είδος, το οποίο όχι και τόσο σύντομα, όχι και τόσο εύκολα, πέρασε από τη δεύτερη στην πρώτη λογοτεχνική κατηγορία . Αυτή η αναβάθμιση σε ένα ανώτερο επίπεδο έλαβε χώρα μέσα από τον μετασχηματισμό του νουάρ μυθιστορήματος σε ένα νέο αφηγηματικό υβρίδιο, και όντας πλέον εδραιωμένο στην συνείδηση και τον πιο απαιτητικών αναγνωστών, ως κάτι που αξίζει την προσοχή.
                Η υποστήριξη της εδραίωσης του νουάρ μυθιστορήματος σε βασικό πυλώνα του σύγχρονου κοινωνικού μυθιστορήματος, επιμερίζεται σε τρεις βασικές ενότητες. Στην πρώτη μελετώ τα βασικά χαρακτηριστικά των λογοτεχνικών προγόνων του είδους, ήτοι του νεωτερικού μυθιστορήματος και του παραδοσιακού αστυνομικού αφηγήματος. Στη δεύτερη ενότητα αναλύω τις κύριες διαστάσεις που διέπουν την εξέλιξη του νουάρ. Στην τρίτη ενότητα προβάλλω ορισμένες περιπτώσεις εστιάζοντας σε εμβληματικούς ντετέκτιβ και αστυνομικούς επιθεωρητές. Κλείνοντας, αντί επιλόγου, αφιερώνω λίγες ακόμα γραμμές στις προοπτικές που έχει το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα σήμερα.

1. Οι λογοτεχνικοί πρόγονοι
Στη δική μου συγγραφική ματιά, το νουάρ μυθιστόρημα, όπως με έχει γοητεύσει  πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου, και όπως εξακολουθώ να μαθαίνω να το υπηρετώ, είναι η σύνθεση δυο διαφορετικών ειδών.  Αυτά είναι το νεωτερικό μυθιστόρημα, στις πολλαπλές του διαστάσεις και το αστυνομικό αφήγημα, στις διάφορες μορφές που είχε λάβει, μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Με δεδομένο ότι, η τέχνη της αφήγησης, αναζητά πάντα νέα μονοπάτια, η διαλεκτική αλληλεπίδραση των δύο αυτών συντεταγμένων λογοτεχνικών δυνάμεων, των τόσο αντίρροπων μεταξύ τους από μια κριτική άποψη, γέννησε το νουάρ μυθιστόρημα που απολαμβάνουμε σήμερα.
                Ακολουθώντας τη διάκριση που επιχειρεί ο Umberto Eco στον Υπεράνθρωπο των Μαζών (), από τη μία πλευρά έχουμε το μυθιστόρημα προβληματισμού και από την άλλη το λαϊκό μυθιστόρημα. Αμφότερα τα είδη έχουν συγκινήσει εκατομμύρια αναγνώστες ανά την υφήλιο.
Ο πρώτος πυλώνας λοιπόν είναι το νεωτερικό, το μοντέρνο μυθιστόρημα προβληματισμού, το οποίο αναπτύχθηκε, επιγραμματικά από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα και για εκατό χρόνια περίπου, μέχρι και τον Μάη του 1968, και ανανέωσε ολοκληρωτικά τον λογοτεχνικό κανόνα.  Στο νεωτερικό μυθιστόρημα παρατηρούμε, μέσα από την εξέλιξη των περιπετειών του ήρωα, ή των ηρώων, την εξέλιξη της κοινωνίας και τον μετασχηματισμό της σε μια διαφορετική ποιότητα. Οι περιπέτειες και τα βάσανα των ηρώων, είτε συμβαίνουν στα μυθιστορήματα «δρόμου», είτε στα μυθιστορήματα «δωματίου» καθορίζουν την πλοκή και τη δυναμική της αφήγησης, δείχνοντας μας ότι ο κόσμος, εσωτερικός και εξωτερικός είναι σε διαρκή κίνηση, επιζητώντας τη δική του λύτρωση, μέσα από την κάθαρση των ηρώων.  Το αναγνωστικό κοινό σε αυτή τη λογοτεχνική αλληλεπίδραση έχει τη δυνατότητα να προβληματιστεί άνευ ορίων και να αναζητήσει διεξόδους στα υπαρξιακά και στα κοινωνικά προβλήματα χωρίς όρια και περιορισμούς.
Οι ήρωες της νεωτερικής λογοτεχνίας, ακολουθούν τις εξελίξεις, και  υποτάσσονται, ενώ συχνά προσπαθούν να διαμορφώσουν τις νέες συνθήκες, κάνοντας ότι περνάει από το χέρι τους. Στο επίκεντρο δηλαδή, του νεωτερικού μυθιστορήματος βρίσκεται, υπό αυτή την έννοια, η σύγκρουση ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και στις εξωτερικές ή περιβαλλοντικές συνθήκες.  Σε κάθε περίπτωση όμως παρατηρείται συνήθως μια αλλαγή,  έστω και υποδόρια, η οποία είτε είναι αποτέλεσμα της μοίρας, είτε συγκεκριμένων επιλογών των ηρώων. Η αλλαγή αυτή, η οποία συνιστά την άλλη όψη της προόδου, είναι καταλυτική, όχι μόνο για τη ζωή του μοντέρνου ήρωα, αλλά και τις ζωές των άλλων και σε τελική ανάλυση και των αναγνωστών. Ειδικά όταν ο ήρωας είναι φορέας μιας  προσπάθειας θεμελιώδους αλλαγής του κόσμου, ακόμα και όταν αποτυγχάνει, θέτει εκ νέου τα όρια, όχι μόνο της αφήγησης αλλά και της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και στη λογοτεχνία.
Αυτό που θέλω να τονίσω, όσον αφορά τον λογοτεχνικό μοντερνισμό είναι ότι έχει ως βασικό του συστατικό στοιχείο την κίνηση, σε πολλαπλές ταχύτητες και επίπεδα, σε αντίθεση με τη γραμμική στατικότητα του κλασικισμού και του ρομαντισμού. Η δυναμική αυτή, σε εκφραστικό κατά ελάχιστο επίπεδο, δεικνύει τη νέα κατάσταση πραγμάτων που επέφερε η Βιομηχανική Επανάσταση κυρίως μέσα από τη λογοτεχνική περιπλάνηση των συγγραφέων, εντός του αστικού τοπίου. Εν ολίγοις, στα δικά μου συγγραφικά μάτια η πόλη είναι το βασικό θέατρο δράσης του νεωτερικού μυθιστορήματος προβληματισμού. Η ποικιλομορφία της ζωής στην πόλη είναι η βάση της ανάπτυξης εκφραστικών μέσων όπως η μεταφορά, η παρομοίωση, η μετωνυμία, η αλληγορία και φυσικά ο εσωτερικός μονόλογος.
Ο δεύτερος πυλώνας του νουάρ μυθιστορήματος, είναι φυσικά το παραδοσιακό αστυνομικό αφήγημα, το crime fiction όπως το λένε οι αγγλοσάξονες. Στις ρίζες της αστυνομικής λογοτεχνικής αφήγησης, βρίσκεται κάποιο έγκλημα, συχνότερα φόνος, σπανιότερα μια εξαφάνιση ή κάποια υπεξαίρεση χρημάτων ή τιμαλφών αντικειμένων. Και εδώ οι ήρωες συνταράσσονται από το αναπάντεχο γεγονός το οποίο προκαλεί αναστάτωση στις καλορυθμισμένες ζωές τους, και επιζητούν τις υπηρεσίες κάποιου ειδικού που θα επαναφέρει μέσα από τις ενέργειες και την κορύφωση της δράσης του, την πρότερη κατάσταση ισορροπίας.
Με δυο λόγια έχουμε μια διαταραχή που επιζητά τη νηνεμία της. Η λύση της υπόθεσης, όποια και αν είναι αυτή, θέτει τα όρια και της αναζήτησης στην οποία επιδίδεται το αναγνωστικό κοινό. Η λογοτεχνική τέρψη εδώ, ολοκληρώνεται με την εύρεση και την τιμωρία του «κακού» χαρακτήρα, η οποία όμως προσιδιάζει σε σημαντικό βαθμό με την κάθαρση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
 Η απώλεια της αθωότητας στο περιβάλλον του γεγονότος, είτε πρόκειται για έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων, συνηθέστερο φαινόμενο στην αγγλοσαξονική σχολή, είτε πρόκειται για μια κοινωνία, επιλογή που παρατηρείται στα αμερικάνικα αφηγήματα, θυμίζει το σταμάτημα ενός καλοκουρδισμένου ρολογιού. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι, το κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα συνιστά την πλέον ευκρινή σκιά των κοινωνιών του μοντέρνου καπιταλισμού. Όλα λειτουργούν στην εντέλεια, σαν φορντική γραμμή παραγωγής και το δυσάρεστο συμβάν παραπέμπει σε κάποιο γρανάζι που χάλασε, λόγω φθοράς ή κακού χειρισμού ή έστω λόγω λάθους του κατασκευαστή, αλλά μπορεί εύκολα να διορθωθεί.
Στα πρώτα χρόνια του crime fiction παρατηρούμε δύο συγκροτημένες αφηγηματικές επιλογές. Στην παραδοσιακή βρετανική αστυνομική λογοτεχνία ο ειδικός είναι αστυνόμος-και όταν είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ δραστηριοποιείται είτε εθελοντικά, είτε σε συνεργασία με τις αρχές. Αντίστοιχα, στην αμερικάνικη hard boiled λογοτεχνία μπορεί άνετα να είτε αστυνομικός, είτε ιδιωτικός ντετέκτιβ που βρίσκεται και σε μόνιμη σύγκρουση με τις αρχές. Η επίλυση της υπόθεσης μπορεί να είναι ζήτημα καθαρά επαγωγικής σκέψης, όπου κυριαρχεί το θετικό δίκαιο ή να προκύπτει μέσα από την διαλεκτική σύγκρουση του περιβάλλοντος με τα κίνητρα των ηρώων, σύγκρουση που ο ερευνητής του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα μπορεί να αντιληφθεί. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται μια λογοτεχνική παράδοση στην έρευνα που λειτούργησε ως υπόστρωμα για τους επόμενους.
Ένα ακόμη στοιχείο που χαίρει της προσοχής μας, είναι ότι στο κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα παρατηρείται μια ολοκληρωτική σχεδόν απουσία των λογοτεχνικών εκφραστικών μέσων. Σπάνια απαντούμε κάποια παρομοίωση, και ακόμη πιο σπάνια, μια μεταφορά. Συνήθως, το λογοτεχνικό υπόβαθρο της αφήγησης επικαλύπτεται, από τα τερτίπια του καιρού ή κάποιο εξωγενές γεγονός (π.χ. οι καμπάνες που χτυπούν). Κεντρικό ρόλο έχει η αφηγηματική περιγραφή των συμβάντων και των κινήσεων  των ηρώων, πλαισιωμένων όχι σπάνια, από διαλόγους οι οποίοι όταν οι χαρακτήρες θέλουν να αποκαλυφθούν γίνονται μακροσκελείς.  Ίσως ένα στοιχείο που μπορεί να θεωρηθεί λογοτεχνικό είναι η ανάδειξη της υποκειμενικής πρωτοπρόσωπης αφήγησης (με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τον Raymond Chandler και σε κάποιες περιπτώσεις Agatha Christie), κόντρα στην παντογνώστρια τριτοπρόσωπη αφήγηση του κυρίαρχου αφηγητή.

2. Η εξέλιξη του νουάρ μυθιστορήματος
Ο τρόπος με τον οποίο τα δύο αυτά είδη, γίνονται ένα, μέσα από συγκοινωνούντα αφηγηματικά δοχεία, βασίζεται κατά την άποψη μου, στην εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλο που στο τρίτο τέταρτο του προηγούμενο αιώνα, η κοινωνική ευμάρεια εδραιώθηκε ως κανονικότητα, ίσως λόγω της προσωρινής ειρήνης που επικράτησε ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο, ωστόσο η πετρελαϊκή κρίση του 1973, άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Η επιτυχής είσοδος των οικονομιών της Νοτιοανατολικής Ασίας στο διεθνές καπιταλιστικό κύκλωμα σε συνδυασμό με την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, των οικονομιών του λεγόμενου δεύτερου κόσμου, και την εισαγωγή του πολιτικού δόγματος της μη εναλλακτικής, όπως διατυπώθηκε από τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού και της ηγέριας του Μάργκαρετ Θάτσερ (T.IN.A. There is no Alternative), προκάλεσε ραγδαίες αλλαγές στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Βασικό αποτέλεσμα που αφορά άμεσα το νουάρ μυθιστόρημα, είναι η στροφή από το συλλογικό στο ατομικό στοιχείο, από το σύνολο δηλαδή στο άτομο.  Το άτομο υπερθεμάτισε του συνόλου με το σύνθημα «πέρα από τον καπιταλισμό υπάρχει και η μοναξιά» να λειτουργεί ως βάση οικοδόμησης της του φαντασιακού μας. Οι μεγάλες αφηγήσεις αναπαράστασης του κόσμου βρέθηκαν σταδιακά στο περιθώρια καθώς η κυρίαρχη συνθήκη που επικρατούσε θεωρούσε ορθώς τον κόσμο ως ένα όλον που θρυμματίζεται, έναν θρυμματισμένο κόσμο, οι λογοτεχνικές αφηγήσεις άρχισαν να γίνονται πιο αποσπασματικές.
Ως εκ τούτου, προκλήθηκαν μια σειρά από αλλαγές στα τοπικά μυθιστορηματικά εργαστήρια. Το μυθιστόρημα είναι εκείνη η τέχνη η οποία προσπαθεί να αποτυπώσει την σύγχρονη πραγματικότητα, να αποτελέσει ένα χρονικό ασυνεχές ανάμεσα στη ζωή που ζούμε και στην ζωή που θα θέλαμε να ζήσουμε, ένα καλλιτεχνικό παλίμψηστο που μιλάει για όλα αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν. Το μυθιστόρημα είναι η τέχνη της υπεροβλής και συνάμα η τέχνη του ρεαλισμού. Από τη μία πλευρά, οφείλει να μελετήσει και να παρουσιάσει την πραγματικότητα όπως είναι, και από την άλλη, σε ένα βαθμό οφείλει να προβάλλει νέες προοπτικές στα αδιέξοδα των ηρώων του.
Πιστεύοντας ακράδαντα στη δύναμη του μυθιστορήματος και στην σταθερή πορεία του προς το διηνεκές, καθότι πάντα θα έχουμε ανάγκη από ιστορίες και από αφηγήσεις, θεωρώ ότι μέρος της δυνατότητας του να αυτοσυντηρείται και να ανανεωθεί είναι να ενδυθεί τον μανδύα του νουάρ.
Η στροφή της μυθιστορηματικής βαρύτητας από τις μαζικές συλλογικότητες προς τα αμέτρητα άτομα που αποτελούν το πλήθος, εκφράζεται μέσω της λογοτεχνικής ανάδειξης του ήρωα που λέγεται ιδιωτικός ντετέκτιβ, ή αστυνομικός επιθεωρητής. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ παλεύει μόνος του, η άγνοια κινδύνου και το θάρρος του περισσεύουν και τα χέρια του είναι λυμένα από γραφειοκρατικά δεσμά.  Ο αστυνομικός επιθεωρητής  είναι αποκομμένος από την υπηρεσία και τους συναδέλφους του, εκφράζοντας την χαρακτηρολογική ιδιομορφία της επίλεκτης μονάδας που ξεχωρίζει του συνόλου και καταφέρνει να τελειώνει τη δουλειά.  
Αμφότεροι ο ιδιωτικός ντετέκτιβ και ο αστυνομικός επιθεωρητής, καλούνται να συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Δρούνε με γνώμονα το πολύ ατομικό συμφέρον των πελατών του ο πρώτος, τους γραφειοκρατικούς περιορισμούς περί θετικού δικαίου που προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ο δεύτερος. Συχνά οι προτεραιότητες τους μπορούν να μπερδευτούν και ο μεν να λειτουργήσει όπως ο δε, και αντίστροφα.
Κατά κανόνα αντιμετωπίζουν υποθέσεις που συνδέονται με κάποιο έγκλημα κατά της ζωής, δίχως να αποκλείονται οι απαγωγές, οι υπεξαιρέσεις και οι κλοπές.  Η λύση της υπόθεσης που αναλαμβάνουν, ολική ή μερική, επιφέρει μια κάποια ισορροπία, και συχνά μπορεί να οδηγήσει τους ήρωες στη λύτρωση και σε νέες προοπτικές. Επίμονα σύγχρονα φαινόμενα όπως η ανεργία, η διαφθορά, η μετανάστευση, η εξασθένιση των εθνικών πολιτισμών προς όφελος της παγκοσμιοποίησης, μπλέκονται στα πόδια τους. Το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο και η ουτοπική διάσταση τους, συχνά τους καθοδηγούν ακόμα και όταν οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε κάτι τέτοιο, αλλά το πιστεύουν οι άνθρωποι με τους οποίους έρχονται εξ ανάγκης σε επαφή και αναγκάζονται να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους και την κοσμοθεωρία τους.
Πέρα από αυτά, ένα καίριο διαφοροποίησης του νουάρ από το κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και συνάμα πρόσδεσης του στην σύγχρονη λογοτεχνία είναι τα λογοτεχνικά εκφραστικά μέσα.  Οι λογοτεχνικές περιγραφές και η δραματουργία που στα σοβαρά και πιο επιτυχημένα νουάρ μυθιστορήματα πλέον ακολουθούν το παράδειγμα της μεγάλης λογοτεχνίας. Λογοτεχνικοί αρμοί και καλλιτεχνικά εκφραστικά μέσα που κάνουν το νουάρ μυθιστόρημα να μην έχει τίποτα να ζηλέψει από τα σπουδαία μυθιστορήματα, είναι τα τραγούδια, οι ταινίες και η λογοτεχνία που έχει ήδη γραφτεί. Οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές, οι μετωνυμίες και οι αλληγορίες απαντώνται συχνά στα νουάρ λογοτεχνικά κείμενα, αναβαθμίζοντας την αισθητική ποιότητα τους.
 Οι χαρακτήρες είναι δουλεμένοι και συχνά θα μπορούσαν να είναι κάποιοι από εμάς. Οι αφηγηματικές καμπές σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχουν λογικά κενά στην πρόσληψη των γεγονότων. Και ο ντετέκτιβ ή ο αστυνόμος, παρόλο που λύνουν την υπόθεση, δεν παύουν στο τέλος να έρχονται αντιμέτωποι με τα σκοτάδια και τα ξέφωτα τους που δεν εκφράζουν κάτι περισσότερο από τις αμέτρητες διαστάσεις που χαρακτηρίζουν την σύγχρονη ζωή μας.
Παρατηρούμε σε αυτό το σημείο μια ανολοκλήρωτη προσπάθεια μετάβασης από το λαϊκό μυθιστόρημα που είναι το κλασικό αστυνομικό αφήγημα, στο μυθιστόρημα προβληματισμού, που είναι ως επί το πλείστον το μοντέρνο μυθιστόρημα.  Η μετάβαση είναι ανολοκλήρωτη γιατί το νουάρ μυθιστόρημα δεν παύει να τελεί υπό τους περιορισμούς μιας αφήγησης που επιζητά τη λύτρωση μέσα από συγκεκριμένα γεγονότα και παραστάσεις, και όχι μέσα από ευρύτερες υπαρξιακές αναζητήσεις. Ας  δούμε όμως μερικά παραδείγματα ηρώων και συγγραφέων που μας έχουν απασχολήσει αρκετά.

3. Εμβληματικοί ήρωες του νουάρ μυθιστορήματος
Πριν προβώ στην παρουσίαση ορισμένων εμβληματικών περιπτώσεων λογοτεχνικών ηρώων νουάρ μυθιστορημάτων, οφείλω να σημειώσω ότι η επιλογή μου έγινε με περισσότερα αισθητικά παρά επιστημονικά κριτήρια. Είμαι πρωτίστως συγγραφέας και κατά ανάγκη, λόγω της συγγραφικής μου ιδιότητας, λογοτεχνικός ερευνητής, και συνεπώς η γνώμη και η οπτική μου είναι πάντα υποκειμενική. Προσδίδω εστίαση στους ήρωες και όχι στους συγγραφείς με σκοπό να κατανοήσουμε ευκρινέστερα την εξέλιξη του νουάρ μυθιστορήματος κι όχι τη διαδικασία σχεδιασμού του.
                Ξεκινάω από τον Πέπε Καρβάλιο, τον ιδιωτικού συγγραφέα του μεγάλου ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Γεννημένος όπως και ο δημιουργός του, στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Χοσέ Καρβάλιο Τουρόν, όπως είναι το πλήρες όνομα του, είναι πρώην οργανωμένος κομμουνιστής που αγωνίστηκε ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία. Φυλακίστηκε για τη δράση του, και στη φυλακή έκανε γνωριμίες που χρησιμοποιεί αργότερα για να λάβει πληροφορίες σχετικά με τις υποθέσεις που αναλαμβάνει. Μετά την αποφυλάκιση του, απηυδισμένος από τα πραγματολογικά αδιέξοδα της κομμουνιστική ιδεολογίας, αλλάζει στρατόπεδα και γίνεται μυστικός πράκτορας της CIA. Έχει εμπλοκή σε μια σειρά πραξικοπημάτων με έμφαση στη Λατινική Αμερική, μέχρι που στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αρνείται την προαγωγή στα κεντρικά της υπηρεσίας από τους ανώτερους του.
Αποφασίζει να επιστρέψει στη Βαρκελώνη και να ανοίξει γραφείο ιδιωτικών ερευνών. Σχετίζεται με την Τσάρο, μια πανέμορφη πόρνη πολυτελείας η οποία γίνεται η μόνιμη αρραβωνιαστικιά του, η οποία παρά το επάγγελμα που ασκεί, συναισθηματικά του είναι πιστή. Βοηθός του Πέπε Καρβάλιο στο γραφείο που διατηρεί στη Ράμπλας, έναν κεντρικό δρόμο της Βαρκελώνης, είναι ο Μπισκουτέρ, ένας καχεκτικός ανθρωπάκος, πρώην κλέφτης αυτοκινήτων  που ο ντετέκτιβ γνώρισε στη φυλακή. Βασικός πληροφοριοδότης του είναι ο Μπρομούρο ή Βρομιούχος, διάσημος λούστρος των δρόμων της πρωτεύουσας της Καταλονίας, πρώην οπαδός του καθεστώτος του στρατηγού Φράνκο και νυν οπαδός του αναρχισμού.
Συνολικά ο Πέπε Καρβάλιο δρα σε 16 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και μικρών ιστοριών και μιας συλλογής με τις συνταγές που μαγειρεύει ο ιδιωτικός ντετέκτιβ. Η περίοδος που αναφέρεται η δράση του καλύπτει το σύνολο της νεώτερης ισπανικής ιστορίας, από το 1972 μέχρι το 2003, όταν πέθανε από καρδιακή προσβολή ο Μ.Β. Μονταλμπάν στο αεροδρόμιο της Μπαγκόνγκ.  Διαβάζοντας αυτά τα εξαιρετικά μυθιστορήματα ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους μετασχηματισμούς που υπέστη η ισπανική κοινωνία τα πρόσφατα χρόνια.
Ο ίδιος ο Πέπε Καρβάλιο, όταν ερωτάται από διάφορους για το παράδοξο της πορείας του, απαντά ότι δεν είμαι τίποτα παραπάνω από ένας κυνικός αποστάτης της ιδεολογίας μου, στην οποία μάλιστα επιστρέφει κατά συνθήκη. Παρατηρούμε εδώ, τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Μ.Β. Μονταλμπάν σχολιάζει την πορεία της μεταπολεμικής ισπανικής κοινωνίας, η οποία από την άκρα ταπείνωση της φρανκικής χούντας πέρασε στην ακραιφνή επαναστατικότητα και στην συνέχεια στον εκδημοκρατισμό μέσω της σοσιαλδημοκρατίας και ακολούθως πάτησε στα μονοπάτια του νεοφιλελευθερισμού.
Ο Πέπε Καρβάλιο δεν ξεχνά ποτέ στους συντρόφους του παλιού καλού καιρού, οι οποίοι έχουν αναλάβει κυβερνητικά πόστα και θέσεις ευθύνης, και δεν αφήνει την ευκαιρία να απολαύσει ένα καλό μενού μαζί τους, ή ακόμα και να τους εκβιάσει ή να τους φέρει στο φιλότιμο, για να λάβει πληροφορίες που κοστίζουν πανάκριβα στη μαύρη αγορά της πόλης. Ο ίδιος είναι άλλωστε εξαιρετικός μάγειρας-μέρος της γοητείας της λογοτεχνικής σειράς είναι οι συνταγές και ο τρόπος που παρουσιάζονται.
Επίσης βασική του συνήθεια, που αρχικά ξενίζει αλλά στην συνέχεια καθίσταται κατανοητή από τον αναγνώστη είναι η καύση των βιβλίων από την τεράστια βιβλιοθήκη του για να ανάψει το τζάκι χειμώνα καλοκαίρι. Καθώς το βιβλίο καίγεται ο Πέπε Καρβάλιο στοχάζεται για όσα έμαθε από την ανάγνωση του και συνάμα μελαγχολεί γιατί η χρόνια και επίμονη επαφή του με τη δυτική κουλτούρα, τη διαλεκτική κουλτούρα του διαφωτισμού και της αναγέννησης δεν του έμαθε να ζει και να μπορεί να σταθεί στην αμείλικτη ζούγκλα της σύγχρονης ζωής. Αντίθετα τον έκανε ένα flaneur, έναν περιηγητή της πόλης που προτιμά να παρατηρεί παρά να ζει, και ας παίρνει με τον πιο τρυφερό ίσως τρόπο πάντοτε το μέρος των αδυνάτων.
Ο δεύτερος ήρωας που θα μας απασχολήσει απόψε, είναι  ο Σάλβο Μονταλμπάνο του πρόσφατα χαμένου και πλήρους ημερών Αντρέα Καμιλλέρι. Γεννημένος γύρω στα 1950, αρκετά μικρότερος δηλαδή από τον δημιουργό του, ο επιθεωρητής Σαλβατόρε Μονταλμπάνο, Σάλβο για τους φίλους είναι ένας αστυνομικός από τους λίγους.  Ο Αντρέα Καμιλλέρι του έδωσε το συγκεκριμένο επίθετο για δυο λόγους: 1) αφενός για να αποτίσει φόρο τιμής στον φίλο του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν και 2) αφετέρου γιατί το «Μονταλμπάνο» είναι ένα αρκετά συνηθισμένο επίθετο της Σικελίας, εντός της οποίας τοποθετείται η δράση .
Ο Σάλβο Μονταλμπάνο διευθύνει το αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, μιας υποθετικής, μα τόσο πραγματικής στην αφήγηση πόλης της Σικελίας. Είναι πρώην αριστερός που με αφορμή τον Μάη του 1968, όταν δηλαδή ήταν 18 ετών, δραστηριοποιήθηκε στο ευρύτερο κινηματικό χώρο. Στην συνέχεια διάλεξε το επάγγελμα του αστυνόμου, τόσο για βιοποριστικούς λόγους, όσο και γιατί μέσα του έκρυβε ένα ερευνητικό λαγωνικό.  Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα νουάρ γράμματα στα 1994 και δρα μέχρι και σήμερα, σε 27 μυθιστορήματα και δέκα ιστορίες διηγημάτων.
Έχει και αυτός μια μόνιμη αρραβωνιαστικιά τη Λίβια, η οποία ζει όμως εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Μογκαντάσε, μια περιοχή κοντά στη Γένοβα, όπου εργάζεται ως διοικητική υπάλληλος σε μια εταιρία. Ο αναγνώστης παρατηρεί τον έρωτα τους να ξετυλίγεται από απόσταση και γελάει με τα συχνά νυχτερινά καβγαδάκια τους δια τηλεφώνου. Ο Μονταλμπάνο είναι καλοφαγάς και σχεδόν κάθε μεσημέρι τρώει στην ταβέρνα του Έντσο πιάτα μεσογειακής διατροφής.
 Είναι ένας μοναχικός λύκος που έχει τον δικό του κώδικα ηθικής, στοιχείο που του εξασφαλίζει σεβασμό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Σικελίας, της Μαφίας συμπεριλαμβανομένης. Δεν διστάζει μάλιστα να βάλει στη φυλακή το γιο της οικιακής του βοηθού, της Αντελίνα, καθότι αυτός είναι μέλος μιας συμμορίας κλεφτών. Βλέπει ταινίες με το τσουβάλι, ενώ διαβάζει Σιμενόν και άλλους συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών.
Η αφήγηση είναι λιτή και εστιάζει κυρίως στα αίτια και στα αιτιατά των γεγονότων που κινούν τα νήματα της αστυνομικής πλοκής. Ο αστυνόμος Μονταλμπάνο ενδιαφέρεται κυρίως γιατί συνέβη ένα έγκλημα, και μετά ψάχνει να βρει ποιος το έκανε. Εκτιμά ιδιαίτερα τα τυχαία γεγονότα (π.χ. το χαμηλό πέταμα ενός γλάρου την ώρα που έχουν στήσει καρτέρι σε έναν κακοποιό), και δρα υπογείως και συχνά κάτω από τη μύτη των δυο τριών οικογενειών που ελέγχουν το νησί. Η ανακριτική του μέθοδος βασίζεται αρχικά στον δυτικό ντετερμινισμό και εν συνεχεία περιλαμβάνει δεδομένα που συλλέγουν οι βοηθοί του στην πόλη, με σκοπό να αναδειχθεί αυτό που κρύβεται κάτω από την κρούστα της πραγματικότητας.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αντρέα Καμιλλέρι, υπήρξε σκηνοθέτης της RAI, καθηγητής δραματουργίας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης και κυρίως ο σημαντικότερος ερευνητής του Λουίτζι Πιραντέλο, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι τα βιβλία με τον αστυνόμο Μονταλμπάνο διέπονται από μια έντονη θεατρικότητα. Οι διάλογοι λειτουργούν ως εκφραστικά μέσα αποκάλυψης των χαρακτήρων, ενώ συνοδεύονται από συνοπτικές περιγραφές του αφηγητή που μας προσφέρει πρόσθετα στοιχεία της ζωής τους.
Δεν μπορεί επίσης να παραλειφθεί ότι είναι συνήθως ένα μικρό αμελητέο γεγονός που οδηγεί στην άκρη του νήματος, και βοηθά τον Μονταλμπάνο να κοιτάξει τη μεγάλη εικόνα του εγκλήματος. Μπορεί π.χ. μια γρατζουνιά σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο να ερεθίσει την περιέργεια του αστυνόμου και μέσω της ανάλυσης του χρώματος να φτάσει κάπου αλλού. Το δεδομένο αυτό αναδεικνύει την επίδραση που δέχτηκε ο Αντρέα Καμιλλέρι, καίτοι Μεσόγειος από την Άγκαθα Κρίστι και τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ.
Ο τρίτος και τελευταίος αστυνόμος που μελετούμε απόψε είναι ο Φάμπιο Μοντάλ όπως αναδείχθηκε από τη μοναδική τριλογία της Μασσαλίας (Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας, Το τσούρμο, Solea), του πρόσφατα χαμένου Ζαν Κλωντ Ιζζό. Τα τρία βιβλία καλύπτουν μια περίοδο πέντε περίπου ετών στη διάρκεια της πολύμορφης δεκαετίας του 1990. Συνεκτικός αρμός τους είναι η υποχώρηση του ονείρου για έναν άλλο κόσμο, όπως εκφράζεται από την στάση ζωής και την πορεία του Φάμπιο Μοντάλ, και την αντικατάσταση του από μια αδυσώπητη πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης.
Ο Φάμπιο Μοντάλ υπήρξε ως έφηβος μέλος μιας συμμορίας που επιδιδόταν σε μικροκλοπές. Όταν ξεκίνησαν τα πιο μεγάλα κόλπα, καθώς η μοναδική προοπτική που είχαν ως παιδιά μεταναστών στη Μασσαλία είναι ένα πενιχρό μεροκάματο, ήρθαν φυσικά αντιμέτωποι με τις επιλογές τους. Σε μια ληστεία φαρμακείου ένας εξ αυτών, όχι ο Φάμπιο, πυροβόλησε και άφησε ανάπηρο τον φαρμακοποιό. Η παρέα διαλύθηκε και ο Φάμπιο Μοντάλ για να γλιτώσει, κατατάχθηκε στη Λεγεώνα των Ξένων. Επιστρέφοντας κατατάχθηκε στην αστυνομία όπου και σταδιοδρόμησε, ενώ παραιτείται για λόγους ευθιξίας στη μέση περίπου της τριλογίας.
Η τριλογία της Μασσαλίας με αρωγό τον Φάμπιο Μοντάλ είναι πρωτίστως μια ωδή στη Μασσαλία, μια από τις ομορφότερες πόλεις της Μεσογείου. Η ιστορία ξεκινά με την επιστροφή στη Μασσαλία της Λολ, της κοπέλας της εφηβικής παρέας του Φάμπιο Μοντάλ και συνάμα μοιραίας γυναίκας για τον ίδιο και για την ιστορία. Η αναστάτωση που προκαλείται οδηγεί στην προσωρινή επανασύνδεση τους που λειτουργεί ως το μοτέρ της αφήγησης για να μπλέξουν σε νέες περιπέτειες.
Ο Φάμπιο Μοντάλ είναι ίσως ο πιο μεσογειακός ήρωας από όλους και συνάμα ο πιο ευρωπαίος. Παιδί μεταναστών, από πατέρα Ιταλό και μάνα Ισπανίδα, ακούει με πάθος φλαμένκο και αραβική μουσική της Μεσογείου, είναι λάτρης του καλού μεσογειακού φαγητού, της μουσικής και φυσικά της ποίησης και των ωραίων γυναικών. Προστατεύει τους αδύνατους και έχει μεγάλη αδυναμία στην προστασία των παιδιών των πιεν νουάρ, των μεταναστών δηλαδή που ήρθαν από την Αλγερία και την ευρύτερη Βόρεια Αφρική, για των οποίων την ένταξη αγωνίζεται.
Η αφήγηση είναι συνήθως γραμμική, αλλά αναπτύσσεται σε πρώτο πρόσωπο με τον Φάμπιο Μοντάλ να αναλαμβάνει την ευθύνη παρουσίασης των γεγονότων κάνοντας συχνά μακροσκελείς αναφορές στο παρελθόν. Η μνήμη είναι παρούσα, πότε ως ανάμνηση ενός χαμένου ονείρου , πότε ως μελαγχολική θύμηση μιας αγνότητας που χάθηκε και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει. Με τον τρόπο του ο Φάμπιο Μοντάλ μας δείχνει ότι η αξιοπρέπεια του αντιήρωα στις μέρες μας έγκειται και στο να παίρνει τις αποστάσεις του από γεγονότα που δεν μπορεί να ελέγξει.
Αντί Επιλόγου
Θα μπορούσα να μιλήσω και για άλλους ήρωες των σύγχρονων νουάρ μυθιστορημάτων, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω. Να σας πω για τον επιθεωρητή Ρέμπους του Ίαν Ράνκιν, τον Γιώργο Μπέκα του Γιάννη Μαρή και τον Κώστα Χαρίτο του Πέτρου Μάρκαρη. Για τον Μάρτιν Μπεκ του φοβερού δίδυμου από τη Σουηδία Σγέβαλ-Βαλεέ, τους προπάτορες του σκανδιναβικού νουάρ με ήρωες όπως τον Κουρτ Βαλάντερ του Χένινγκ Μάνκελ και την Ομάδα Άλφα του Άρνε Νταλ. Ή ακόμα για τον Τζορτζ Σμάιλι του Τζον λε Καρέ. Ήρωες και συγγραφείς που διαμόρφωσαν την πορεία του δικού μου ιδιωτικού ντετέκτιβ Πέτρου Ριβέρη.
                Αλλά δεν θα το κάνω. Θα μείνω στο γεγονός ότι το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα, εκπληρώνει δυο ικανές συνθήκες που το κάνουν ενδιαφέρον και το δένουν με το λαϊκό μυθιστόρημα και το μυθιστόρημα προβληματισμού. Αφενός ακολουθεί την πεπατημένη της αριστοτέλειας ποιητικής με το αναγνωστικό κοινό να επιζητά στο τέλος και τη δική του κάθαρση μέσω της απόδοσης λογοτεχνικής δικαιοσύνης. Και αφετέρου, στην πορεία μέχρι εκεί, οι αναγνώστες έχουμε προβληματιστεί, για αν όλα αυτά που διαβάζουμε είναι απλώς καλή λογοτεχνία ή μια πραγματικότητα την οποία οφείλουμε να δούμε με διαφορετικό μάτι.
                Σας ευχαριστώ!



* Το παρόν υπήρξε η βάση της ομιλίας μου, στην εκδήλωση του Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Δράμας, στις 30/10/2019, στο Δημοτικό Ωδείο Δράμας





Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Ο χορός της μέλισσας/ Δημοσιεύσεις-Κριτικές























Χριστίνα Παπαγγελή- Ο χορός της μέλισσας
Ο Ριβέρης είναι ο επαγγελματίας που πρώτα βάζει τον Άνθρωπο, με Α κεφαλαίο, γιατί αγαπά τους ανθρώπους. Με λυρικό και ποιητικό τρόπο προσεγγίζει τη ζωή και τις εκπλήξεις της, και -πρωτότυπο στον χώρο του συγκεκριμένου επαγγέλματος- δεν είναι «μόνος και φτωχός καουμπόυ»∙ αντίθετα έχει πολύ στενούς και ουσιαστικούς φίλους http://anagnosi.blogspot.com/2019/05/blog-post.html

Πόλυ Κρημνιώτη- Μια αφηγηματική φωτογραφία της γενιάς του Πολυτεχνείου.
Ο Χορός της Μέλισσας» συναντά την ελληνική πραγματικότητα και ως εκπρόσωπος του μεσογειακού νουάρ δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στη Θεσσαλονίκη φέροντας την πόλη ως συνδετικό κρίκο με τα τεκταινόμενα στην κοινωνία της. http://www.avgi.gr/article/10976/9933087/mia-aphegematike-photographia-tes-genias-tou-polytechneiou

Φίλιππος Φιλίππου- Μέλισσες, απιστίες και υποκρισία.
Η κρίση δίνει στο νουάρ ενός νεότερου συγγραφέα τόσο το προσκήνιο όσο και το υπόβαθρο της πλοκής. https://www.tovima.gr/printed_post/melisses-apisties-lfkai-ypokrisia/

Χίλντα Παπαδημητρίου- 11 ελληνικά αστυνομικά ή θρίλερ που ξεχωρίζουν
Εγκιβωτισμένα μέσα στην πολυπρόσωπη αφήγηση υπάρχουν τα κείμενα που κάποιος άγνωστος αποστολέας στέλνει στον Ριβέρη – ένα αφηγηματικό τρικ που εν προκειμένω λειτουργεί αποτελεσματικά. Ίσως το πρώτο αστυνομικό των τελευταίων χρόνων που κοιτάζει με τόσο γλυκιά ματιά τη Θεσσαλονίκη. https://bookpress.gr/stiles/protaseis/epiloges-ellinikon-astynomikon-vivlion-hilda

Βιολέτα Στυλιανίδου- Ο άνθρωπος είναι ένα είδος που κοιτάζει ψηλά για να καταφέρει να βαδίζει στο ύψος του.
Ο Ριβέρης παράλληλα με τον δολοφόνο του Χρηστίδη, καλείται να αποκρυπτογραφήσει τα κείμενα που του στέλνει άγνωστος αποστολέας. Τα κείμενα που λαμβάνει ορίζουν κάθε φορά ένα σημείο στην πόλη. Όλα μαζί τα σημεία σχηματίζουν, όταν ενωθούν μεταξύ τους, το σχήμα μιας κυψέλης, κάτι που προβληματίζει τον ντετέκτιβ για τις αναλογίες που κρύβονται σχετικά με τον φόνο του Χρηστίδη. https://www.fractalart.gr/o-xoros-tis-melissas/

Αλέξανδρος Μυροφορίδης- Ο χορός της μέλισσας.
Η αφήγηση του Πάνου Ιωαννίδη είναι πολύχρωμη και πολύπειρη. Οι άνθρωποι, το σκηνικό, οι λέξεις και οι γεύσεις σκιαγραφούν μία ατμόσφαιρα αυθεντική, μία ατμόσφαιρα Ελλάδας και Θεσσαλονίκης, με τη δολοφονία να είναι το έναυσμα για έναν αγώνα που αποθεώνει τη ζωή και τις επιλογές της. Ο «Χορός της μέλισσας» είναι ένα λαμπρό δείγμα της νέας ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που εκτός από τη φιλολογική αρτιότητά της, πλέον προβληματίζει, υπενθυμίζει το παρελθόν και προτείνει μία νέα πορεία σκέψης και δράσης για τον Έλληνα αναγνώστη. https://staxtes2003.com/2019/05/31/31-5-19/#more-5496

Πολύνα Μπανά-Ο χορός της μέλισσας
Ο Πάνος Ιωαννίδης επανέρχεται με μία νέα ιστορία η οποία διατηρεί και πάλι αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με τον ίδιο ήρωα, τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη και με μεγάλη πρωταγωνίστρια την πόλη της Θεσσαλονίκης, την οποία ο συγγραφέας επιλέγει ως χώρο δράσης.http://www.proinos-typos.gr/parousiasi-tou-nouar-mythistorimatos-o-choros-tis-melissas-tou-draminou-syngrafea-panou-ioannidi-se-diorganosi-tou-s-f-g-t-dramas/

Τάσος Γέροντας- Ο χορός της μέλισσας
Σημαντικό ρόλο στήν ἐξέλιξη καί τή διαλεύκανση τῆς ὑπόθεσης παίζει ἡ φιλία. Αὐτή ἡ πραγματική φιλία, πού ξεπερνᾷ κοινωνικές διαφορές καί πολιτικές διαφωνίες. Αὐτή ἡ φιλία πού δέν χάνεται ἀλλά ὡριμάζει μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου.http://www.exostispress.gr/Article/pnos-oannidis--xoros-ts-melissas

Ελισάβετ Γεωργιάδη-Ο χορός της μέλισσας
Ένα ιδιαίτερο κείμενο που κινείται με μαθηματική ακρίβεια όπως ακριβώς κάνουν και οι μέλισσες και μας παρασύρει σε ένα χορευτικό μοτίβο αφήγησης μέχρι την τελευταία σελίδα.https://booktalesgr.wordpress.com/2019/07/11/%CE%BF-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B9/

Γιώργος Μπασαγιάννης- Ο χορός της μέλισσας
Το χτίσιμο των χαρακτήρων και η κλιμάκωση της υπόθεσης είναι ικανοποιητικά, όπως επίσης και το τέλος, που επιλέγει ο συγγραφέας. Δεν υπάρχουν κενά στην αφήγηση ούτε λογικά άλματα, που εξελίσσονται μόνο στο μυαλό του συγγραφέα, ο αναγνώστης ακολουθεί τα βήματα του Ριβέρη και όχι του Ιωαννίδηhttps://vivlioniki.wordpress.com/2019/06/21/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%af%ce%b1%cf%82-2019-%cf%84%ce%bf-%ce%b4%ce%b5%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf-%ce%b1%cf%83%cf%84%cf%85%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9/.

Θωμάς Θεοχαρίδης- Ο χορός της μέλισσας.
Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων είναι εκπληκτική, ειδικότερα του Αλέξανδρου Χρηστίδη. Ερευνώντας το περιβάλλον του εκλιπόντος, ο Ριβέρης θα ανακαλύψει αρκετές πληροφορίες για το παρελθόν του θύματος, την κοινωνικοπολιτική του δράση, τις επαγγελματικές και προσωπικές του δραστηριότητες. https://bibliologos.wordpress.com/2019/05/19/review-panos-ioannidis-xoros-tis-melissas/

Κωνσταντίνα Μόσχου- Ο χορός της μέλισσας
Στα συν του βιβλίου, ότι παρά το γεγονός ότι είναι ένα σύνθετο οικοδόμημα, δεν μένει τίποτε αστήριχτο. Γερή δόμηση, ακόμα και όταν αναφέρεται σε πολιτικά θέματα, χωρίς να παίρνει θέση ο ίδιος ο συγγραφέας προσπαθώντας να πείσει τον αναγνώστη. Ο κάθε ήρωάς του έχει διαφορετική οπτική και πεποιθήσεις, όπως συμβαίνει στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, με τα καλά ή κακά παρεπόμενά τουςhttps://www.thematofylakes.gr/o-xoros-tis-melissas-panos-iwannidis/


Η Θεσσαλονίκη ξεδιπλώνεται στα μάτια του αναγνώστη μέσα από το βιβλίο του Ιωαννίδη. Φαίνεται πως ο συγγραφέας γνωρίζει καλά την πόλη και την αγαπάει, αφού εκτός από τα σημεία που σηματοδοτούν την κυψέλη των μηνυμάτων, περιγράφονται και πολλά άλλα όμορφα ή γραφικά σημεία της πόλης, σημεία στα οποία ο ντετέκτιβ κάνει τις συναντήσεις του.https://chillandreadblog.com/2019/08/19/o-xoros-tis-melissas/

Χρύσα Βασιλείου- Ο χορός της μέλισσας.
Πολύ καλή δουλειά έχει κάνει ο συγγραφέας και στη σκιαγράφηση όλων των χαρακτήρων. Ο νεαρός ντετέκτιβ Πέτρος Ριβέρης είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που συναντούμε καθημερινά γύρω μας. Θα μπορούσε να είναι ο φίλος, ο συνάδελφος, ο γείτονάς μας. Ένας τύπος που προσπαθεί να ισορροπήσει τα επαγγελματικά με τα προσωπικά του, που είναι καλός στη δουλειά του και γενικά προσπαθεί πάντα για το καλύτερο.https://www.bookcity.gr/reviews/24200-book-review-%20%CE%BF-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82



Άγγελος Κουτσούκης-Ο Χορός της μέλισσας
Αν υπάρχει ένα λογοτεχνικό βιβλίο που να περιγράφει εξαιρετικά το σύγχρονο αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης αυτό είναι ΄΄Ο χορός της μέλισσας΄΄ του Πάνου Ιωαννίδη [...]Μέσα από την αφήγηση του συγγραφέα, πολλοί αναγνώστες θα αναγνωρίσουν βιώματα δικά τους ή γνωστών τους, πράγματα που έχουν ζήσει ή για τα οποία έχουν ακούσει. Οι κοινωνικές δομές, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο διαφορετικός τρόπος ζωής και σκέψης, τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος, που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση, αναφέρονται και περιγράφονται με τέτοιον τρόπο, ώστε ο συγγραφέας να παραμένει μεν ουδέτερος αλλά να ωθεί ταυτόχρονα τον αναγνώστη να ενεργοποιήσει την κριτική του σκέψη και να επιχειρήσει να διαμορφώσει ιδία άποψη, ενόσω διαβάζει τις απόψεις των ηρώων της ιστορίας

Elinplex-Ο χορός της μέλισσας
 "Με διαφορετικές τεχνικές αφήγησης, προσπαθώντας να χειριστεί το υλικό του, ο Panos Ioannides φτιάχνει έναν αστυνομικό γρίφο, πίσω από τον οποίο, αφήνει να βουίζουν κυκλωτικά όσα έχει αποφασίσει να πει. Και παρότι το βασικό θέμα (φόνος στο παρελθόν που ενώνει μια παρέα ανθρώπων) έχει παίξει ουκ ολίγες φορές σε βιβλία και ταινίες παγκοσμίως, ο ίδιος δείχνει να χειρίζεται παραπάνω από ικανοποιητικά τον βασικό αυτό ιστό, μετατρέποντας τον Χορό της Μέλισσας σε ένα πολύ ενδιαφέρον, καλοδιάβαστο, νουάρ, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα, ακολουθώντας, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο οπισθόφυλλο, την κατεύθυνση του ήλιου, όπως κάνουν οι μέλισσες."https://www.elniplex.com/%CE%BF-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82/















Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Στο Εργαστήρι του Συγγραφέα


Για τον Χορό της μέλισσας (εκδ. Κέδρος)




           Υπάρχει ένα σημείο που πρέπει να ξεπεράσεις, αν θέλεις να βρεθείς στην άλλη όχθη, λέει ένας κεντρικός ήρωας στον Χορό της μέλισσας. Σίγουρα δεν πρόκειται για τη φράση κλειδί του μυθιστορήματος, αυτή δηλαδή που να μπορεί να αποκαλύψει τον δολοφόνο του Αλέξανδρου Χρηστίδη, στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη, που έχει ξαμοληθεί, ίδιο πεινασμένο λαγωνικό, μέσα στην κυψέλη του κέντρου της Θεσσαλονίκης, για να τον βρει. Πρόκειται όμως για τη φράση που ξεκλείδωσε την έμπνευση του συγγραφέα, για να γραφτεί το δεύτερο νουάρ μυθιστόρημα μου ως μια ακόμα προσπάθεια να καταλάβω τον εαυτό μου, την εποχή μου και συνεπώς και επικοινωνήσω με τους συνανθρώπους μου.
  Το γεγονός που δίνει κίνηση στην αφήγηση είναι η δολοφονία του Αλέξανδρου Χρηστίδη, σημαίνοντος μέλους της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Δραστηριοποιήθηκε ως πολιτικός μηχανικός στην επαγγελματική του ζωή, έχοντας αναπτύξει αντιστασιακή δράση στα φοιτητικά του χρόνια τον καιρό της δικτατορίας, ενώ ξεχώρισε ως δημοτικός σύμβουλος στη μεταπολίτευση με πρωτοποριακή παρουσία στην τοπική αυτοδιοίκησης. Η χήρα του Αλέξανδρου Χρηστίδη, Δέσποινα Καμπαξή, αναθέτει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη, τη διαλεύκανση της δολοφονίας του συζύγου της.
Ο ντετέκτιβ έχει μόλις εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, έχοντας ανοίξει γραφείο ιδιωτικών ερευνών, και παρόλο που έχει κανονίσει διακοπές με την καλή του, αναλαμβάνει την υπόθεση. Αρχικά ο Πέτρος Ριβέρης εστιάζει τις έρευνες του στο περιβάλλον του νεκρού, το περιβάλλον της μεσοαστικής Θεσσαλονίκης, όπου τα πάντα δείχνουν ήσυχα, όπως η θάλασσα πριν τη φουρτούνα. Το περιβάλλον του Αλέξανδρου Χρηστίδη, αποτελείται από ανθρώπους που ενηλικιώθηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Συντηρητικοί και προοδευτικοί baby boomers, καταξιωμένοι στον εργασιακό τους χώρο, λιγότερο ή περισσότερο ευτυχείς οικογενειάρχες, που αρνούνται να δούνε και να αποδεχτούν το μερίδιο ευθύνης που φέρουν για την εκτροπή της Ελλάδας στη διάρκεια των τελευταίων ετών. Όλοι εκτός από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Χρηστίδη, που ξεχωριστός καθώς ήταν, όπως το σημάδι στον πάγο, υποστήριξε με τόλμη και ρομαντισμό, στη δύση της καριέρας του, τις δομές της κοινωνικής οικονομίας που δημιουργήθηκαν λόγω της οικονομικής κρίσης. Και τελικά βρήκε τον θάνατο στο κτήμα του στο Ποσείδι της Χαλκιδικής, τη μέρα που γιόρταζε το εφάπαξ με τους φίλους του, και την ώρα που βόλταρε ανάμεσα στα αγαπημένα του λιόδεντρα.
Όμως όταν ένας άγνωστος προειδοποιεί τον ιδιωτικό ντετέκτιβ με τον δικό του τρόπο, ότι η αλήθεια τον περιμένει σε κάποιες γωνίες του κέντρου της πόλης, αυτός με τη σειρά του αρχίζει και ψάχνει τα κείμενα που έχουν αφεθεί σε αυτές τις γωνίες που αν ενωθούν μεταξύ τους σχηματίζουν μια πολεοδομική κυψέλη. Και επιλέγοντας αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο έρευνας, κόντρα στις κατεστημένες μορφές ανακριτικής έρευνας, ο Ριβέρης περνάει απέναντι στην άλλη όχθη.
            Από τη μια πλευρά υπάρχει η πραγματικότητα αδυσώπητη και κανονική, σαν τον φόνο του Αλέξανδρου Χρηστίδη από ένα χέρι που, πρώτα του πετάει περιφρονητικά ένα σμάρι μέλισσες οι οποίες τον τσιμπάνε προκαλώντας του αλλεργικό σοκ, και στην συνέχεια τον σκοτώνει στο ξύλο. Και από την άλλη, υπάρχει η αλήθεια, σκοτεινή, πικρή μα τόσο ζωτική, σαν τον πόνο που κρύβεται μέσα στα κείμενα που ο Πέτρος Ριβέρης τρέχει να βρει στην καρδιά της μεγαλούπολης, πριν αυτά χαθούν μέσα στο χάος των σύγχρονων μεσογειακών κοινωνιών. Το χάος που ξέρει να προκαλεί την μοναδική ισορροπία που μπορεί να υπάρξει, όταν διαφορετικές δυνάμεις αντιμάχονται μεταξύ τους, και όπως έχει εύστοχα γραφεί, το τελικό αποτέλεσμα, στην ολιστική μορφή του, είναι κάτι που δεν το θέλησε ποτέ κανείς.
Δεν το ξέρεις πως η αλήθεια και η πραγματικότητα έχουν διαφορές μεταξύ τους; του λέει γελώντας ένας άλλος ήρωας του Χορού της μέλισσας, λίγο πριν ο ντετέκτιβ ξεδιπλώσει τον καλά κρυμμένο μίτο που έχει τυλιχθεί στους  λαβυρίνθους της Θεσσαλονίκης.
            Προκειμένου να γεφυρώσω το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την πολυδιάστατη αλήθεια της, επέλεξα να εναλλάσσω την τριτοπρόσωπη με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση αντανακλά την προσπάθεια του Πέτρου Ριβέρη να βρει τι ήταν εκείνο που πήρε τη ζωή του Αλέξανδρου Χρηστίδη. Προσμετρά τα διαλεκτικά άλματα που επιχειρεί η νουάρ αφήγηση για να εναρμονιστεί με την Ιστορία. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ξετυλίγει την ιστορία μιας παρέας νεαρών, οι ζωές των οποίων στιγματίστηκαν και έσμιξαν μέσα από έναν εξίσου τραγικό θάνατο. Οι ιστορίες που αφηγούνται οι συνομήλικοι του ιδιωτικού ντετέκτιβ, στα κείμενα που αυτός λαμβάνει, προσπαθούν να καλύψουν τα κενά που υπάρχουν ανάμεσα στο προσωπικό, το πολιτικό, το κοινωνικό και φυσικά στο πολιτισμικό στοιχείο.
            Όλο αυτό το μορφολογικό αφηγηματικό σχήμα, εμπεριέχει την καλλιτεχνική μου προσπάθεια, να δέσει το νουάρ μυθιστόρημα με τη νεωτερική αφήγηση. Οι έρευνες του Πέτρου Ριβέρη, υπαγορεύονται από μια αυστηρή δωρικότητα - έστω με έναν μεσογειακό τρόπο - ενώ τα κείμενα που λαμβάνει διέπονται από την  αλέγκρα διάθεση που έχει κάθε  ιώνια ψυχή που σέβεται τον εαυτό της, που ξέρει να ζει και που έχει μάθει πως συχνά το να αναπνέεις είναι ταυτόσημο του να πονάς. Συνιστά βαθειά πεποίθηση μου, ότι το νουάρ μυθιστόρημα, και ειδικότερα στη μεσογειακή έκφανση του, είναι εκείνο το είδος που μπορεί να λάβει εύκολα στοιχεία και από αλλού καθότι οι μεσογειακές ρέουσες γλώσσες μιλούν για τις πολύμορφες ζωές πολύ πιο άμεσα.
            Το νουάρ μεσογειακό μυθιστόρημα, προσδίδει βαρύτητα στο γιατί συνέβη ένα έγκλημα, και όχι ποιος το τέλεσε και με ποιον τρόπο.
            Όλα αυτά σε επίπεδο μορφής. Σε επίπεδο περιεχομένου, η περίοδος της αφήγησης καλύπτει τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, και σχεδόν ολόκληρο τον Σεπτέμβρη του 2014. Το θέατρο της αφήγησης εξαντλείται στο πυρίκαυστο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με εξαίρεση δυο εξορμήσεις του Ριβέρη στην ενδοχώρα: μία στο Ποσείδι Χαλκιδικής για να επισκεφτεί τον χώρο δολοφονίας του Αλέξανδρου Χρηστίδη και να έχει πιο άμεση άποψη επί του γεγονότος,  και μία στα βουνά του Λαγκαδά, για να μιλήσει με έναν φίλο του νεκρού. Με δυο λόγια, κάποιος θα μπορούσε να πει, ότι η Θεσσαλονίκη, μάλλον η πιο μεσογειακή πόλη της χώρας, είναι η μεγάλη πρωταγωνίστρια του έργου. Μια νύφη που κρύβει πολλά μυστικά κάτω από τα χρυσοποίκιλτα ιστορικά πέπλα της.
            Για όσους και όσες το γνωρίζουν και το έχουν διασχίσει, το κέντρο της Θεσσαλονίκης συνιστά ένα πεδίο προσβάσιμο για τον διαβάτη, τόσο λόγω της καλοσχεδιασμένης πολεοδομίας - ας όψεται το ημιτελές στην εκτέλεση του, αριστουργηματικό σχέδιο ανοικοδόμησης της πόλης από τον Ερνέστο Εμπράρ- όσο και λόγω της άμεσης προοπτικής εξόδου στη νέα παραλία, όπου η όψη της πόλης διεγείρει τόσο τις αισθήσεις όσο και τις υπόλοιπες πηγές γνώσης. Το κέντρο λοιπόν της μεσογειακής μεγαλούπολης, εκεί που τα δίκτυα που σχηματίζουν οι άνθρωποι, οι ιστορίες και τα μυστικά τους, απλώνονται ανάμεσα στα κτίρια, στους δρόμους και στα μνημεία της πολύκροτης ιστορίας της, προσφέρει το δικό του νόημα στην ιστορία που αφηγούμαι.
            Μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ξεδιπλώνεται η ιστορία του Χορού της μέλισσας, μια ιστορία που προσπαθεί να καταλάβει την Ελλάδα της κρίσης και ξεκινά μερικά χρόνια πιο πριν, ερευνώντας με τον δικό της τρόπο την Ελλάδα της φούσκας. Αν και προσωπικά πιστεύω, ότι οι απαρχές κάθε ιστορίας πηγαίνουν τόσο πίσω στον φθαρμένο χρόνο, όσο πίσω μπορεί να πάει και το αίμα που κυλάει στις φλέβες μας.
            Υπάρχει η ποίηση που αγαπώ, η ποίηση των δρόμων, η ποίηση που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί από τον καθηγητή Βασίλη Λαμπρόπουλο, ως η ποίηση της αριστερής μελαγχολίας. Υπάρχει η κριτική θεωρία που έχει διαμορφώσει τόσο εμένα όσο και τον Πέτρο Ριβέρη, και εκκινεί από τον Φροϋντ, κάνει μια μεγάλη στάση στην Σχολή της Φρανκφούρτης και στους επιγόνους της, ενώ σταματά στην πολιτική οικονομία του ύστερου καπιταλισμού,  δηλαδή τη δυναμική έρευνα που μελετά τον νεοφιλελευθερισμό ως μια πρώτη μεγάλη στάση του νεοφασισμού.
            Και βέβαια υπάρχει η μουσική που τόσο συγκινεί τον ντετέκτιβ μου, και τον ωθεί να ψάξει με δροσερό το πνεύμα του από μεροληψίες και προκαταλήψεις. Τα τέσσερα βασικά τραγούδια που «ακούγονται» στον Χορό της μέλισσας, δηλαδή το Πίσω από τα καθημερινά από την Αφροδίτη Μάνου (βασισμένο στους στίχους του πονήματος του Γιάννη Κοντού), το Endless Sleeper των Raveonettes, το Suburban War των Arcade Fire και το Something must break των Joy Division, συνιστούν τον καλλιτεχνικό σκελετό της κυψέλης του. Και αυτό διότι τα προαναφερόμενα τραγούδια δένουν το περιεχόμενο των στίχων τους, που πολλά έχουν να πουν, με τη μορφή των μελωδιών και των τέμπο τους.
            Τέλος υπάρχει η φιλία, ως αναγκαία και ικανή συνθήκη διαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων, ως κατάσταση συνενοχής της ανθρώπινης κατάστασης με την κοινωνικοπολιτική επιλογή, και κατά επέκταση των όρων σύνθεσης και ανακατάταξης της εξουσίας.  Η φιλία που εισπνέεται ως αόρατη μα ουσιώδης ουσία, από το πνεύμα των τυχερών που την έχουν αποκτήσει, είναι το βασικό στοιχείο κατανόησης της ιστορίας που κατάφερα να αφηγηθώ και σε τελική ανάλυση το βασικό συστατικό συγγραφής της. 


Δημοσιεύτηκε στο Fractal art στις 9 Απριλίου 2019

Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Χορός της μέλισσας-Η πρώτη σκηνή του φόνου

Με αυτή την σκηνή ξεκινά το δεύτερο μυθιστόρημα με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη, με τίτλο Ο χορός της μέλισσας (εκδόσεις Κέδρος)



Μηδέν


20 Αυγούστου 2014


Το γλέντι βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, αλλά αυτός απομακρύνεται περπατώντας προς τα αγαπημένα του λιόδεντρα. Έχει ανάγκη από μερικές ανάσες. Από την ώρα που ξύπνησε μια αόρατη θηλιά έχει τυλίξει το στήθος του. Κοντοστέκεται, κλείνει τα μάτια του και προσπαθεί να θυμηθεί πώς έφτασαν εδώ τα πράγματα. Αλλά δεν θέλει.
Η μόνη εικόνα που έρχεται πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα είναι η πρωινή βουτιά στη θάλασσα. Μέσα στο νερό, λίγη ώρα αφότου είχε ξυπνήσει, κοιτάζοντας τον ορίζοντα που αγκάλιαζε το Αιγαίο, ο Αλέξανδρος Χρηστίδης προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά. Είχε βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων. Δρόμος διαφυγής δεν υπήρχε. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τον δρόμο της ανάγκης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα διαλύονταν τα πάντα.
Ο ήλιος απλώνεται στον ουρανό σαν ψέμα που γυροφέρνει την αλήθεια του. Η αόρατη θηλιά ανεβαίνει από το στήθος προς τον λαιμό του καθώς επιταχύνει το βάδισμά του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πόσο πιο εύκολα θα γίνονταν τα πράγματα, αν άλλαζε γνώμη και τα παραδεχόταν όλα. Αν αρνούνταν να κάνει αυτό που του ζήτησαν, συνεχίζοντας αυτό που ξεκίνησαν με τα παιδιά. Αυτό που τόσο πολύ αγάπησε. Ένας γλάρος που ψάχνει για τροφή τού αποσπά την προσοχή.
Γυρίζει και κοιτάζει λίγο προς τη γιορτή. Όλοι είναι εκεί για να τον τιμήσουν και να γιορτάσουν το εφάπαξ του, που έχει πιστωθεί στον λογαριασμό του λίγες μέρες νωρίτερα. Το κέφι έχει ανάψει για τα καλά, οι χοροί ξεκίνησαν. Μέχρι πριν από λίγο η συζήτηση έδινε και έπαιρνε, με βασικό θέμα την έξοδο της χώρας από την κρίση. Σε κάποια φάση απόρησε με το θράσος τους για τις προτάσεις που υποστήριζαν. Παρά την κακή του διάθεση κατάφερε και συμμετείχε αποφεύγοντας οξείες παρεμβάσεις. Δεν ήθελε να δημιουργηθεί ένταση τέτοια μέρα, ούτε να γίνει σκηνή μπροστά στη Δέσποινα. Αλλά, κατά βάθος, εκνευρίστηκε με τα όσα άκουσε και η μόνη διέξοδος ήταν μια βόλτα στα λιόδεντρα.
Κάνει μια παράκαμψη και μπαίνει μέσα στο σπίτι. Στο ισόγειο η κουζίνα, ο ενιαίος χώρος του σαλονιού, το γραφείο και ένα μικρό λουτρό, στον πάνω όροφο τα τρία άνετα υπνοδωμάτια και το δεύτερο μπάνιο. Η επίπλωση έχει γίνει στα πρότυπα νησιώτικου σπιτιού· χτισμένοι καναπέδες, επενδυμένοι με χοντρά πολύχρωμα μαξιλάρια, ξύλινες καρέκλες, γυάλινα μικρά και μεγάλα τραπέζια, με τους τοίχους να βρίθουν από ιμιτασιόν έργα του Μόραλη και του Φασιανού, παραγγελία από κάποιο ζωγράφο της περιοχής, και φωτογραφίες που ξεκινούν από τις πρώτες πορείες της επετείου του Πολυτεχνείου, σταματούν στις ανέμελες εκδρομές των επόμενων δεκαετιών και φτάνουν μέχρι τις ορκωμοσίες των παιδιών. Πηγαίνει και κάθεται για λίγο στο γραφείο του. Ξαπλώνει στον λευκό καναπέ και κοιτάζει τα κορνιζαρισμένα βλέμματα του Μπέρτραντ Ράσελ, τoυ Μαρξ, του Τσε, του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Άρη Βελουχιώτη, τις μικρές προτομές του Ηράκλειτου και του Πυθαγόρα που περικλείουν τη βιβλιοθήκη απέναντί του και τον χάλκινο Δισκοβόλο του Μύρωνα που στέκεται ακίνητος στη γωνία, δίπλα στο μεγάλο γραφείο από οξιά. Το βλέμμα του στρέφεται προς τα αναμνηστικά που στολίζουν τα ράφια από τα ταξίδια που πραγματοποίησαν με τη Δέσποινα τα τελευταία χρόνια. Ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι από την Κωνσταντινούπολη, ένας γυάλινος πύργος του Άιφελ, ένα κομμάτι τσιμέντο από το Τείχος του Βερολίνου. Σε μια γωνία δυο σημαιούλες, μία της Ελλάδας και μια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαϊδεύουν η μία τις καμπύλες της άλλης. Πιο πέρα μια εικόνα του Αποστόλου Παύλου, δώρο ενός πατέρα, ερασιτέχνη αγιογράφου, μπαχτσίσι για την ένταξη της κόρης του στα προγράμματα της εταιρίας Κιστέρνα μετά την απεξάρτηση. Αποτυπώματα μιας ζωής που για αλλού ξεκίνησε, αλλού έφτασε και, τώρα, στη δύση της, προσπάθησε να διορθώσει ό,τι μπορούσε.
Κλείνει ξανά τα μάτια του. Αντί να νιώσει καλύτερα, του έρχεται αναγούλα. Τρέχει στο μικρό μπάνιο του ισογείου και ξερνάει τη χολή του. Έπειτα μπαίνει κάτω από το ντους για να συνέλθει και να γυρίσει στη γιορτή. Μόλις ντύνεται, συνειδητοποιεί ότι κάποιος έχει βάλει τέρμα στο λάπτοπ το O Fortuna. Εδώ και λίγα χρόνια σιχαίνεται αυτό το τραγούδι, σε αντίθεση με το παρελθόν που το λάτρευε. Φίλοι και συγγενείς έχουν επιδοθεί σε ξέφρενο χορό φωνάζοντας δυνατά το όνομά του. Η Μυρσίνη έχει ανέβει ξυπόλητη στο καπό του αυτοκινήτου του και χτυπιέται με ένα μπουκάλι ρετσίνα στο χέρι. Ένα απαλό γαργαλητό απλώνεται στο πέος του.
Βγαίνει από την πίσω πόρτα της κουζίνας, και αυτή τη φορά κατευθύνεται οριστικά προς τα λιόδεντρα, το αγαπημένο του μέρος στο κτήμα. Όμως, η θηλιά που τυλίγει πλέον όλο του το είναι, γίνεται ακόμη πιο σφιχτή. Η αόρατη δύναμη στην οποία δεν μπορεί να αντισταθεί τον τραβάει κατά κει.
Καθώς φτάνει στο πρώτο δέντρο τα ξεχνάει όλα. Αναθαρρεί, καθώς κοιτάζει τους καρπούς τους να κρέμονται από τα κλαδιά, χρησμοί που διαβάζονται σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει μονάχα αυτός και τα παιδιά από την Ατλαντίδα. Σκέφτεται πως πρέπει να πείσει τα παιδιά να έρθουν από το εξωτερικό έστω για λίγες μέρες να μαζέψουν τις ελιές. Πριν τα πρωτοβρόχια, σίγουρα. Οι πόροι του ανοίγουν και αναπνέει το θαλασσινό αεράκι που έρχεται από μερικές εκατοντάδες μέτρα νοτιότερα.
Όμως οι στιγμές αυτές κρατούν για λίγο. Όσο πλησιάζει προς την άκρη του κτήματος, το σφίξιμο στα σωθικά επανέρχεται. Όταν βλέπει πως λείπει ένα κομμάτι από την περίφραξη, τον πιάνει πανικός. Το κενό χάσκει ανάμεσα στα σύρματα, δείχνοντας την απόσταση από το κτήμα προς τα έξω να ισούται με το άπειρο. Σηκώνει το βλέμμα και βλέπει έναν γεροδεμένο άντρα, ντυμένο με στολή μελισσοκόμου, να τον πλησιάζει απειλητικά. Η μάσκα κρύβει τα χαρακτηριστικά του. Στο ένα του χέρι κρατάει ένα ξύλινο κλομπ και στο άλλο μια μικρή κυψέλη μελισσών. Ο Αλέξανδρος μένει μετέωρος για λίγο. Αναγνωρίζει ότι η μάσκα ανήκει στον ίδιο και ξαφνικά συνειδητοποιεί με ποιο τρόπο έφτασε στα χέρια του άντρα που έρχεται καταπάνω του. Αναρωτιέται αν αυτό που βλέπει είναι κάποιο όραμα ή ο προθάλαμος του τέλους. Αντιλαμβάνεται ότι η μόνη επιλογή που έχει είναι να τρέξει πίσω στους οικείους του.
Αλλά δεν προλαβαίνει. Μόλις ένα σμάρι μέλισσες απελευθερώνεται από την κυψέλη, ο άγνωστος του ορμάει. Τα τσιμπήματα είναι απανωτά και τον ζαλίζουν. Έπειτα ο άντρας αρχίζει να τον χτυπάει. Το πρώτο δυνατό χτύπημα τον βρίσκει στον αυχένα. Τα πάντα θολώνουν γύρω του πριν πέσει κάτω. Καταφέρνει να πάρει μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να ουρλιάξει. Μάταια. Τα χτυπήματα πλέον σφυροκοπούν ολόκληρο το κορμί του. Από την κυψέλη ξεπετιούνται μέλισσες και τον τσιμπάνε συνεχώς. Ανοίγει τα μάτια του και καταφέρνει να αντικρίσει έκπληκτος τον άντρα που έχει βγάλει τη μάσκα του. Η έκπληξή του γίνεται ένα με τον αβάσταχτο πόνο του. Προσπαθεί μάταια να ψελλίσει συγγνώμη. Τα χτυπήματα και οι τσιμπιές τον έχουν παραλύσει. Και ύστερα τίποτα, το απόλυτο μηδέν του τίποτα.







Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Noir Αναγνώσεις: Η Λεωφόρος


Η λεωφόρος της ζωής
Trevanian, Η Λεωφόρος
(Πόλις, Κλαίρη Παπαμιχαήλ)

από τον Πάνο Ιωαννίδη

Κάθε σπουδαίο νουάρ μυθιστόρημα, προκειμένου να αφήσει το στίγμα του στα λογοτεχνικά πράγματα, οφείλει να καταφέρει να διεισδύσει σε δύο παράλληλους κόσμους. Ο πρώτος κόσμος είναι αυτός της λογοτεχνίας, ο οποίος αποδέχεται το νέο έργο τέχνης, καθώς μπορεί και συνομιλεί ως ίσο προς ίσο με τα προγενέστερα του. Και λέγοντας προγενέστερα, δεν εννοούμε μόνο τα νουάρ  βιβλία αλλά και εκείνα που ανήκουν στο ευρύτερο πεδίο του κοινωνικού νεωτερικού μυθιστορήματος-ας το γράψω έτσι αδόκιμα- από το οποίο εκκινεί κάθε σκοτεινή ιστορία που γίνεται τέχνη. Ο δεύτερος κόσμος είναι αυτός της ζωής. Και ίσως εδώ, το πέρασμα να είναι δυσκολότερο, καθώς απαιτείται εκ μέρους του συγγραφέα, όχι μόνο η βαθειά γνώση της κοινωνίας αλλά και η δυνατότητα καλλιτεχνικής αποτύπωσης της σε μια αφήγηση μυστηρίου.
            Το μυθιστόρημα του Trevanian (φιλολογικό ψευδώνυμο του καθηγητή Rodney William Whitetake), Η Λεωφόρος (Πόλις, Κλαίρη Παπαμιχαήλ), καλύπτει αναμφίβολα τις προαναφερόμενες δύο προϋποθέσεις. Ό υπαστυνόμος Κλωντ Λαπουάντ, κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ένας αντιήρωας που επιβάλλει με τον δικό του τρόπο περισσότερο το δίκαιο παρά τον νόμο, στη Λεωφόρο, μια κεντρική περιοχή του Μόντρεαλ. Είναι ένας μοναχικός λύκος, που έχασε τη γυναίκα του σε νεαρή ηλικία, και ζει όχι μόνο για να επιβιώνει, αλλά και από περιέργεια. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τότε που πολλές κοινωνικόπολιτικές βεβαιότητες άλλαζαν ταυτότητα, αγκαλιάζοντας το στερητικό άλφα μπροστά τους, και γινόταν αβεβαιότητες που ψάχνουν τον δρόμο τους. Ο Λαπουάντ αρνείται να ακολουθήσει τις εξελίξεις που κάνουν την τοπική αστυνομία να θέλει να προστατέψει περισσότερο το άτομο παρά το κοινωνικό σύνολο, και έρχεται αντιμέτωπος με πιθανές πειθαρχικές διώξεις.
Όταν όμως ένα στυγερό έγκλημα λαμβάνει χώρα στην περιοχή που άτυπα ανήκει στη δικαιοδοσία του Λαπουάντ και που συνδέεται με μια σειρά ανεξιχνίαστων φόνων, είναι ο μόνος που μπορεί να αναλάβει την υπόθεση και να βρει τον ένοχο που ξέρει να κρύβεται πολύ καλά. Και αυτό διότι, είναι εκείνος που ανεβοκατεβαίνει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στο ασανσέρ που κινείται από τον κόσμο στον υπόκοσμο, και πάλι πίσω. Οι σκοτεινοί πρίγκιπες και οι όμορφες πεταλούδες της νύχτας τον εμπιστεύονται, γιατί είναι ένας άντρας που κρατά το λόγο του και συχνά τους έχει προστατέψει από μια σειρά απειλές.  Το γεγονός ότι συχνά προσφέρει στέγη, σε ανθρώπους που δεν έχουν που να πάνε το αποδεικνύει περίτρανα.
Γραμμένο σε υπνωτικούς ρυθμούς που θυμίζουν τη τζαζ που ακούει ο Κλωντ Λαπουάντ όταν περιφέρεται τα μερόνυχτα στα στέκια της λεωφόρου, το βιβλίο μας υπενθυμίζει έναν βασικό κανόνα του νουάρ. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Πέρα από αυτό όμως μας δείχνει ότι το παρελθόν (μας) είναι εδώ και πάντοτε καθορίζει τις αποφάσεις και τη μοίρα μας. Πιο πολύ όμως η Λεωφόρος μας λέει, ότι το λογοτεχνικό παρελθόν του νεωτερικού μυθιστορήματος, είναι αυτό που προσδιορίζει τη νουάρ μετεξέλιξη του, καθιστώντας το ως το σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα.


Πρώτη δημοσίευση Fractal Art 04/12/2018

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Αναγνώσεις: Το κορίτσι στην ομίχλη

Ντονάτο Καρρίζι: Το κορίτσι στην ομίχλη
(Πατάκης, Μαρία Οικονομίδου)

Η ομίχλη της ματαιοδοξίας


από τον Πάνο Ιωαννίδη

Με  ποιον τρόπο η ματαιοδοξία καθορίζει τη συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου; Και αν ο τρόπος της ματαιοδοξίας, έχει καταστεί πλέον κυρίαρχος, που ξεκινά η αλήθεια της και που σταματά το ψέμα της; Και γιατί σε τελική ανάλυση η ματαιοδοξία είναι τόσο θελκτική, ενώ η ταπεινότητα, ακόμα και όταν είναι προσποιητή λειτουργεί απωθητικά για το κοινωνικό σύνολο;
      Αυτά τα ερωτήματα, και άλλα πολλά διερευνά, διερχόμενο τις ατραπούς της λογοτεχνικής μεθόδου, το μυθιστόρημα του Ντονάτο Καρρίζι: Το κορίτσι στην ομίχλη (Πατάκης, Μαρία Οικονομίδου), διεθνές μπεστ σέλλερ, το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία μάλιστα του ίδιου του συγγραφέα ο οποίος έχει μεγάλη πείρα στη συγγραφή σεναρίων, λόγω της τηλεοπτικής του θητείας. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα σπουδαίο βιβλίο, που κερδίζει τον αναγνώστη με τον καταιγιστικό ρυθμό του, αλλά και την αναπάντεχη ανατροπή στο τέλος του. 
       Ας δούμε λοιπόν το στόρι: Σε ένα μακρινό χωριό των ιταλικών Άλπεων, το Αβεσό, μια δεκαεξάχρονη κοπέλα, η Άννα Λου Κάστνερ εξαφανίζεται ξαφνικά. Η Άννα Λου, είναι το μεγαλύτερο εκ  των τριών παιδιών της οικογένειας Κάστνερ, μιας βαθιά θρησκευόμενης  οικογένειας που ανήκει στην κυρίαρχη χριστιανική αδελφότητα. Για να καταλάβουμε λίγο ακόμα τον περίγυρο της εξαφάνισης, ας σημειώσουμε ότι η οικογένεια της Άννα Λου, εκτός από το να διάγει λίαν ευλαβικό βίο, έχει επωφεληθεί, όπως πολλές άλλες οικογένειες του Αβεσό, από την πώληση των κτημάτων της σε μια μεγάλη εταιρία, η οποία πραγματοποιεί εξόρυξη ενός σπάνιου μεταλλεύματος στην περιοχή. Η υπόθεση ανατίθεται στον ειδικό πράκτορα Φόγκελ, και στον βοηθό του πράκτορα Μπόργκι, κλασικό ερευνητικό δίδυμο, που παραπέμπει  στον Σέρλοκ Χολμς και στον Δρ. Γουάτσον. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια βασική δραστηριοποίηση: Ο Φόγκελ είναι νάρκισσος και συμπεριφέρεται συχνά αλαζονικά, ενώ ο Μπόργκι είναι ένας ταπεινός βοηθός που παρόλο που αντιλαμβάνεται πολλά περισσότερα από όσα δείχνει, δεν καταφέρει να αρθρώσει την αλήθεια που βλέπει. Οι δυο τους μαζί με τον ψυχίατρο Φλόρες και την εισαγγελέα Μάγερ, συνιστούν το ερευνητικό κουαρτέτο  που καλείται να αποφασίσει για το αν ο βασικός ύποπτος, ο καθηγητής Μαρτίνι είναι ένοχος ή όχι.
      Γραμμένο σε  μεγάλο βαθμό με τη μέθοδο της χρονολογικής ανάκλησης, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται μέσα στους δύο μήνες μετά την εξαφάνιση της Άννα Λου. Με αλλεπάλληλα πισωγυρίσματα στον χρόνο, ο Καρρίζι μας κλείνει το μάτι λέγοντας μας ότι τελικά, τίποτα μα τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Και αυτό διότι βιώνουμε την εποχή της εικόνας, όπου η ουσία έχει αντικατασταθεί από την αντανάκλαση της και το είναι και το γίγνεσθαι από το φαίνεσθαι. Ίσως γι αυτό καταφέρνει να μας προσφέρει ένα σπουδαίο έργο, απ' όπου λείπουν οι μεταφορές και οι μετωνυμίες, αλλά κυριαρχεί η ξερή πραγματικότητα της απατηλής εποχής μας.




Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Αναγνώσεις: Φοβού τους Δαναούς

Phillip Kerr, Φοβού τους Δαναούς (Κέδρος, Γιώργος Μαραγκός)

Η πολυδιάστατη ιστορία και το νουάρ μυθιστόρημα

από τον Πάνο Ιωαννίδη

Κάθε ιστορία, έχει ως γνωστόν, τα αίτια και τα αιτιατά της. Και κάθε αίτιο και αιτιατό των μικρών ιστοριών, συνδέεται με ορατούς και συχνά αόρατους κόμπους με την Ιστορία που κυλάει μέσα στη μολυβένια πορεία της. Η οποία κυλάει λαμβάνοντας, και ταυτόχρονα, μη λαμβάνοντας υπόψη, τα θέλω και τα πρέπει των μικρών ιστοριών που την συγκροτούν. Και αν η Ιστορία δεν άφηνε πολλούς λογαριασμούς ανοικτούς, λογαριασμούς που κάνουν τις ανθρώπινες ζωές να νοιώθουν κενές και απόμακρες μέσα στον ρου της, τότε η λογοτεχνία ίσως και μην είχε τόσο μεγάλη σημασία.
            Πρόκειται για ένα αξίωμα, που το γνώριζε πολύ καλά ο πρόωρα χαμένος Phillip Kerr (1956-2018),  και το δίδαξε με ευκρίνεια και ειλικρίνεια σε εμάς τους νεότερους.  Ο πνευματικός πατέρας του Μπέρνι Γκούντερ, φρόντισε να μας αφήσει κληρονομιά μια σειρά από εξαιρετικά νουάρ μυθιστορήματα, τα οποία, μια και διαδραματίζονται από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1950, έχουν φυσικά και ιστορικό χαρακτήρα! Το πιο πρόσφατο του, Φοβού τους Δαναούς (Κέδρος, Γιώργος Μαραγκός), μας απασχολεί διπλά καθώς στο μεγαλύτερο μέρος του διαδραματίζεται στη χώρα μας.
            Έχοντας επιβιώσει των αλλαγών που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μπέρνι Γκούντερ εργάζεται με ψεύτικο όνομα ως πραγματογνώμονας σε μεγάλη ασφαλιστική εταιρία της Γερμανίας, προσπαθώντας παράλληλα να απαλλαγεί από τις ενοχές του. Το σφύριγμα του ανέμου τον φέρνει στην Ελλάδα, όπου τον στέλνουν οι εργοδότες τους για να ερευνήσει την υπόθεση ενός ναυαγίου. Βρισκόμαστε στο 1956, και η ελληνική κοινωνία δεν έχει επουλώσει ακόμα τις πληγές της από τα δεινά της προηγούμενης δεκαετίας.
            Καθώς ο Μπέρνι Γκούντερ αρχίζει την έρευνα με τον δικό του μοναδικό τρόπο, έρχεται αντιμέτωπος με δυο δολοφονίες που συνδέονται τόσο με το ναυάγιο που ερευνά, όσο και με τη μαζική εξόντωση που υπέστησαν οι Εβραίοι της Ελλάδας από τους ναζί. Ψάχνοντας, με τη βοήθεια μιας γοητευτικής Ελληνίδας της Έλλης Παπαντωνίου, μέσα στα επάλληλα στρώματα της αθηναϊκής ανθρωπογεωγραφίας,  κατανοεί ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Και αυτό διότι η ναζιστική θηριωδία εξακολουθεί να είναι παρούσα, εξακολουθώντας να διαβρώνει τις τοπικές πολιτικές ισορροπίες.

            Γραμμένο με την στακάτη γλώσσα του Phillip Kerr, το Φοβού τους Δαναούς μας μεταφέρει σε μια Αθήνα τόσο πραγματική, όσο και διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει, από τις μετεμφυλιακές κατεστημένες οπτικές. Η ατμοσφαιρική αφήγηση του λειτουργεί καταλυτικά καθώς αναδεικνύει την αντίθεση που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό, και κυρίως την αδυναμία του ατόμου να επικαθορίσει όχι μόνο την Ιστορία αλλά και την ίδια την ιστορία του. Ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του 2018, το οποίο μας μαθαίνει ότι το νουάρ κάλλιστα μπορεί να μας ταξιδέψει στη μαγεία της λογοτεχνίας.
Πρώτη Δημοσίευση: Fractal Art (26/12/2018)

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Λοκομοτίβα ή η ποίηση είναι το διαβατήριο μου

Το κείμενο αυτό αναγνώστηκε στην παρουσίαση της 2ης ποιητικής συλλογής μου "Λοκομοτίβα (εκδ Το Δόντι), που έλαβε χώρα στη Δράμα, υπό την αιγίδα του Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Δράμας (καφέ Ανώι)




Λοκομοτίβα ή τα ποιήματα είναι τα διαβατήρια μου


Όταν επιχειρείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα, είναι σαν να προσπαθείς να δημιουργήσεις ένα αρχιτεκτόνημα. Απαιτείται ικανότητα στην σύνθεση, προσπάθεια, επιμονή και φυσικά γερά νεύρα.
            Όταν γράφεις ένα ποίημα, είναι σα να προσπαθείς να φυτέψεις λουλούδια στους μυστικούς κήπους του άπειρου. Χρειάζεται να θέλεις και να μπορείς να νοιώσεις την στιγμή, να καταφέρεις να βαδίσεις πάνω στο κενό του χρόνου και να αφήσεις το μικρό σου στίγμα στο μονοπάτι του. Γιατί είναι αυτή η τρομερή παροντική σχέση του χρόνου με τον χώρο που κάνει το ποίημα να μιλήσει και σε άλλα πνεύματα ή καρδιές.
            Η ποίηση είναι το διαβατήριο μου. Με βοηθά να διαπερνώ την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που θέλω να κάνω και σε αυτά που μου συμβαίνουν, σε αυτά που ζούμε και αυτά που χάνουμε. Με βοηθά να βρίσκω τον δρόμο που βγάζει από τη μοναξιά μου στη δημιουργία, από τη γκρίζα καθημερινότητα στην ουτοπία. Η ποίηση με δυσκολεύει καθώς μου υπενθυμίζει με διακριτό τρόπο, ότι τα στοιχεία της ταυτότητας μου δεν είναι στατικά, αλλά ρευστά· αλλάζουν, όσο ζω και μεγαλώνω σε έναν κόσμο που γυρνά σαν μεθυσμένη σβούρα. Ίσως γιατί μου δείχνει τον δρόμο που διαπερνά τα σύνορα ανάμεσα στον εαυτό μου και στους άλλους ανθρώπους. Έτσι γινόμαστε ένα και βρισκόμαστε κάπου στη μέση του δρόμου.
            Αυτή η σχέση με το παρόν είναι που κάνει ίσως την ποίηση τόσο ξεχωριστή.
            Γιατί όταν έρχεται η ώρα να φυτέψεις πάνω στο χαρτί το λουλούδι που λέγεται ποίημα, είναι σα να σε τραβάει μια αόρατη κλωστή από τα σπλάχνα. Μια αόρατη δύναμη που έχει για μελάνι τα εσώψυχα σου, τα κενά σου και τα θέλω σου.  Όμως έχει για μελάνι επίσης τα κενά, τα εσώψυχα και τα θέλω των άλλων.
Και αυτό είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ότι δηλαδή αυτή η αόρατη δύναμη είναι αμφίδρομη. Πηγαίνει από εσένα τον ποιητή προς τον κόσμο και συνάμα, έρχεται από τον κόσμο προς εσένα, δεν είναι δηλαδή κάτι εντελώς δικό σου. Απλώς τυγχάνει για λόγους που δεν θέλεις ή και δεν μπορείς να καταλάβεις να έχει διαλέξει το ορμέμφυτο σου ως δίοδο αποστολής των συμβόλων και μηνυμάτων εκείνων που σε φέρνουν κοντά με τους άλλους ανθρώπους.
Όλα αυτά συνιστούν μάλλον το υπέδαφος της συγγραφικής διαδικασίας. Από και πέρα αναπτύσσεται μια δυναμική σχέση ανάμεσα στο υλικό σου και σε σένα, σε όλα αυτά, τα μικρά και τα μεγάλα τα οποία οικοδομούν το πεδίο της έμπνευσης σου. Κάπου εκεί καταλαβαίνεις, ότι πριν από όλα είσαι καλλιτέχνης, και πως η διάκριση συγγραφέα- ποιητή δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν τα σύμβολα που θα διαλέξεις, ή που θα σε διαλέξουν αυτά για να διατυπωθούν όλα αυτά που μένουν από τη ζωή που χάνεται.
Πάνω σε αυτό το εποικοδόμημα αναπτύσσεται η σχέση του ποιητή με την Ιστορία, μια σχέση έλξης και απώθησης με ερωτικό αντικείμενο τις λέξεις και υποκείμενο το τώρα. Την ώρα που ο ποιητής ανεβαίνει σε αυτό το βάθρο, ξέρει πως είναι ήδη ηττημένος, πως η μελαγχολία του δεν είναι παροδική. Δεν είναιδηλαδή ψυχολογική διάθεση ή παθολογική ασθένεια αλλά φιλοσοφημένη στάση ζωής.  Ο ποιητής είναι ο πρώτος που γνωρίζει ότι η τέχνη εξακολουθεί να καλύπτει τα κενά που δημιουργεί η φθαρμένη ζωή γιατί είναι μέρος της μοίρας του να βιώνει με έναν πρωτοποριακό τρόπο την απώλεια και τον πόνο. Ίσως γι’ αυτό ο σπουδαίος νεοελληνιστής θεωρητικός και καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιου του Μίσιγκαν Βασίλης Λαμπρόπουλος έχει κατατάξει τη γενιά μου-ναι εξακολουθώ να πιστεύω σε αυτόν τον όρο κόντρα στην κατεστημένη απόρριψη που του έδωσαν οι νεοορθόδοξες αφηγήσεις- σε αυτό που ονομάζει ως Γενιά της Αριστερής Μελαγχολίας.
            Ναι είμαστε εκείνοι που ξεκινήσαμε το γέλιο στην Ελλάδα της Φούσκας για να τελειώσουμε το κλάμα στην Ελλάδα της Κρίσης!
            Ναι είμαστε εκείνοι που μπορούμε και αντέχουμε τον ζόφο των μνημονίων γιατί ξέρουμε να μιλάμε πολλές γλώσσες!
            Ναι είμαστε εκείνοι που η ανερμήνευτη τυχαιότητα του χάους βάζει τα πράγματα στις λέξεις μας!

            Ίσως γι αυτό έχουμε χαρακτηριστεί ως οι ποιητές της μετά-κρίσης. Η μετουσίωση της απώλειας για αυτό που δεν έρχεται και που μάλλον δεν θα έρθει· ναι την ουτοπία, ας μην ντρεπόμαστε να λέμε αυτή την υπέροχη λέξη όσο πιο συχνά μπορούμε, λαμβάνει χώρα στην περίπτωση μας με λέξεις.
Λέξεις που δεν αγαπούν την ομοιοκαταλήξια, αλλά προσπαθούν να βρουν το χαμένο νόημα τους ενώνοντας και πάλι τα σημεία με τα πράγματα.
Λέξεις ξεχασμένες από την καθημερινή βαρβαρότητα, αλλά μαθημένες να μιλάνε στις καρδιές.
            Υπό αυτό το πρίσμα, οι λέξεις μου  προσπαθούν να γίνουν μικρές νησίδες ελευθερίας και αυτονομίας μέσα στα μεταμοντέρνα φρούρια της κυρίαρχης πραγματικότητας.
            Η θεματολογία μου επιχειρεί να είναι επίκαιρη και ανεπίκαιρη ταυτόχρονα. Ανακτά με αυτή τη διαλεκτική επιλογή το ρήγμα που υπάρχει ανάμεσα στο προσωπικό και στο πολιτικό στοιχείο, ανάμεσα στη μοναξιά του ποιητή και στην καθολικότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι ο μοναδικός τρόπος κατά τον οποίο ο ποιητής έχει τη δυνατότητα να βλέπει μέσα από τα μάτια των άλλων.
            Άλλωστε αν διαφοροποιεί κάτι την Ποίηση από τις υπόλοιπες μορφές του έντεχνου γραπτού λόγου, αυτό είναι το ανολοκλήρωτο της υπόστασης της. Μπορεί εμείς οι ποιητές να λέμε ότι τελεία, το ποίημα τελειώνει εδώ, αλλά κατά βάθος γνωρίζουμε ότι κάθε ποίημα έχει ανοικτούς λογαριασμούς με το άπειρο.
Κλείνοντας θέλω να πω ότι πάντοτε θα προσπαθώ να καταλάβω την ποίηση. Θα σπάζω τα μούτρα μου σαν άπειρος άντρας μπροστά στον μυστικό του έρωτα, κάθε που θα κάνω το σφάλμα να εκλογικεύω το ανερμήνευτο της περιεχόμενο. Το σφάλμα της σύνθεσης και η άκρη του ουρανού. Σημεία στίξης σε απεγνωσμένα βλέμματα. Όσο θα προσπαθώ να μάθω, και αν θέλετε να καταφέρω επιτέλους να γίνω ο εαυτός μου, θα γράφω ποιήματα που θα θυμίζουν λοκομοτίβες παρκαρισμένες στα μουσεία της φθαρμένης ζωής