Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Λοκομοτίβα ή η ποίηση είναι το διαβατήριο μου

Το κείμενο αυτό αναγνώστηκε στην παρουσίαση της 2ης ποιητικής συλλογής μου "Λοκομοτίβα (εκδ Το Δόντι), που έλαβε χώρα στη Δράμα, υπό την αιγίδα του Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Δράμας (καφέ Ανώι)




Λοκομοτίβα ή τα ποιήματα είναι τα διαβατήρια μου


Όταν επιχειρείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα, είναι σαν να προσπαθείς να δημιουργήσεις ένα αρχιτεκτόνημα. Απαιτείται ικανότητα στην σύνθεση, προσπάθεια, επιμονή και φυσικά γερά νεύρα.
            Όταν γράφεις ένα ποίημα, είναι σα να προσπαθείς να φυτέψεις λουλούδια στους μυστικούς κήπους του άπειρου. Χρειάζεται να θέλεις και να μπορείς να νοιώσεις την στιγμή, να καταφέρεις να βαδίσεις πάνω στο κενό του χρόνου και να αφήσεις το μικρό σου στίγμα στο μονοπάτι του. Γιατί είναι αυτή η τρομερή παροντική σχέση του χρόνου με τον χώρο που κάνει το ποίημα να μιλήσει και σε άλλα πνεύματα ή καρδιές.
            Η ποίηση είναι το διαβατήριο μου. Με βοηθά να διαπερνώ την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που θέλω να κάνω και σε αυτά που μου συμβαίνουν, σε αυτά που ζούμε και αυτά που χάνουμε. Με βοηθά να βρίσκω τον δρόμο που βγάζει από τη μοναξιά μου στη δημιουργία, από τη γκρίζα καθημερινότητα στην ουτοπία. Η ποίηση με δυσκολεύει καθώς μου υπενθυμίζει με διακριτό τρόπο, ότι τα στοιχεία της ταυτότητας μου δεν είναι στατικά, αλλά ρευστά· αλλάζουν, όσο ζω και μεγαλώνω σε έναν κόσμο που γυρνά σαν μεθυσμένη σβούρα. Ίσως γιατί μου δείχνει τον δρόμο που διαπερνά τα σύνορα ανάμεσα στον εαυτό μου και στους άλλους ανθρώπους. Έτσι γινόμαστε ένα και βρισκόμαστε κάπου στη μέση του δρόμου.
            Αυτή η σχέση με το παρόν είναι που κάνει ίσως την ποίηση τόσο ξεχωριστή.
            Γιατί όταν έρχεται η ώρα να φυτέψεις πάνω στο χαρτί το λουλούδι που λέγεται ποίημα, είναι σα να σε τραβάει μια αόρατη κλωστή από τα σπλάχνα. Μια αόρατη δύναμη που έχει για μελάνι τα εσώψυχα σου, τα κενά σου και τα θέλω σου.  Όμως έχει για μελάνι επίσης τα κενά, τα εσώψυχα και τα θέλω των άλλων.
Και αυτό είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ότι δηλαδή αυτή η αόρατη δύναμη είναι αμφίδρομη. Πηγαίνει από εσένα τον ποιητή προς τον κόσμο και συνάμα, έρχεται από τον κόσμο προς εσένα, δεν είναι δηλαδή κάτι εντελώς δικό σου. Απλώς τυγχάνει για λόγους που δεν θέλεις ή και δεν μπορείς να καταλάβεις να έχει διαλέξει το ορμέμφυτο σου ως δίοδο αποστολής των συμβόλων και μηνυμάτων εκείνων που σε φέρνουν κοντά με τους άλλους ανθρώπους.
Όλα αυτά συνιστούν μάλλον το υπέδαφος της συγγραφικής διαδικασίας. Από και πέρα αναπτύσσεται μια δυναμική σχέση ανάμεσα στο υλικό σου και σε σένα, σε όλα αυτά, τα μικρά και τα μεγάλα τα οποία οικοδομούν το πεδίο της έμπνευσης σου. Κάπου εκεί καταλαβαίνεις, ότι πριν από όλα είσαι καλλιτέχνης, και πως η διάκριση συγγραφέα- ποιητή δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν τα σύμβολα που θα διαλέξεις, ή που θα σε διαλέξουν αυτά για να διατυπωθούν όλα αυτά που μένουν από τη ζωή που χάνεται.
Πάνω σε αυτό το εποικοδόμημα αναπτύσσεται η σχέση του ποιητή με την Ιστορία, μια σχέση έλξης και απώθησης με ερωτικό αντικείμενο τις λέξεις και υποκείμενο το τώρα. Την ώρα που ο ποιητής ανεβαίνει σε αυτό το βάθρο, ξέρει πως είναι ήδη ηττημένος, πως η μελαγχολία του δεν είναι παροδική. Δεν είναιδηλαδή ψυχολογική διάθεση ή παθολογική ασθένεια αλλά φιλοσοφημένη στάση ζωής.  Ο ποιητής είναι ο πρώτος που γνωρίζει ότι η τέχνη εξακολουθεί να καλύπτει τα κενά που δημιουργεί η φθαρμένη ζωή γιατί είναι μέρος της μοίρας του να βιώνει με έναν πρωτοποριακό τρόπο την απώλεια και τον πόνο. Ίσως γι’ αυτό ο σπουδαίος νεοελληνιστής θεωρητικός και καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιου του Μίσιγκαν Βασίλης Λαμπρόπουλος έχει κατατάξει τη γενιά μου-ναι εξακολουθώ να πιστεύω σε αυτόν τον όρο κόντρα στην κατεστημένη απόρριψη που του έδωσαν οι νεοορθόδοξες αφηγήσεις- σε αυτό που ονομάζει ως Γενιά της Αριστερής Μελαγχολίας.
            Ναι είμαστε εκείνοι που ξεκινήσαμε το γέλιο στην Ελλάδα της Φούσκας για να τελειώσουμε το κλάμα στην Ελλάδα της Κρίσης!
            Ναι είμαστε εκείνοι που μπορούμε και αντέχουμε τον ζόφο των μνημονίων γιατί ξέρουμε να μιλάμε πολλές γλώσσες!
            Ναι είμαστε εκείνοι που η ανερμήνευτη τυχαιότητα του χάους βάζει τα πράγματα στις λέξεις μας!

            Ίσως γι αυτό έχουμε χαρακτηριστεί ως οι ποιητές της μετά-κρίσης. Η μετουσίωση της απώλειας για αυτό που δεν έρχεται και που μάλλον δεν θα έρθει· ναι την ουτοπία, ας μην ντρεπόμαστε να λέμε αυτή την υπέροχη λέξη όσο πιο συχνά μπορούμε, λαμβάνει χώρα στην περίπτωση μας με λέξεις.
Λέξεις που δεν αγαπούν την ομοιοκαταλήξια, αλλά προσπαθούν να βρουν το χαμένο νόημα τους ενώνοντας και πάλι τα σημεία με τα πράγματα.
Λέξεις ξεχασμένες από την καθημερινή βαρβαρότητα, αλλά μαθημένες να μιλάνε στις καρδιές.
            Υπό αυτό το πρίσμα, οι λέξεις μου  προσπαθούν να γίνουν μικρές νησίδες ελευθερίας και αυτονομίας μέσα στα μεταμοντέρνα φρούρια της κυρίαρχης πραγματικότητας.
            Η θεματολογία μου επιχειρεί να είναι επίκαιρη και ανεπίκαιρη ταυτόχρονα. Ανακτά με αυτή τη διαλεκτική επιλογή το ρήγμα που υπάρχει ανάμεσα στο προσωπικό και στο πολιτικό στοιχείο, ανάμεσα στη μοναξιά του ποιητή και στην καθολικότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι ο μοναδικός τρόπος κατά τον οποίο ο ποιητής έχει τη δυνατότητα να βλέπει μέσα από τα μάτια των άλλων.
            Άλλωστε αν διαφοροποιεί κάτι την Ποίηση από τις υπόλοιπες μορφές του έντεχνου γραπτού λόγου, αυτό είναι το ανολοκλήρωτο της υπόστασης της. Μπορεί εμείς οι ποιητές να λέμε ότι τελεία, το ποίημα τελειώνει εδώ, αλλά κατά βάθος γνωρίζουμε ότι κάθε ποίημα έχει ανοικτούς λογαριασμούς με το άπειρο.
Κλείνοντας θέλω να πω ότι πάντοτε θα προσπαθώ να καταλάβω την ποίηση. Θα σπάζω τα μούτρα μου σαν άπειρος άντρας μπροστά στον μυστικό του έρωτα, κάθε που θα κάνω το σφάλμα να εκλογικεύω το ανερμήνευτο της περιεχόμενο. Το σφάλμα της σύνθεσης και η άκρη του ουρανού. Σημεία στίξης σε απεγνωσμένα βλέμματα. Όσο θα προσπαθώ να μάθω, και αν θέλετε να καταφέρω επιτέλους να γίνω ο εαυτός μου, θα γράφω ποιήματα που θα θυμίζουν λοκομοτίβες παρκαρισμένες στα μουσεία της φθαρμένης ζωής