Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Τα Μωρά της Αθηνάς (προδημοσίευση)

Πάνος Ιωαννίδης

Τα Μωρά της Αθηνάς (προδημοσίευση)

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013


Η ΓΥΝΑΊΚΑ ΒΓΗΚΕ από την ασημένια Α160 αφήνοντας στη θέση του οδηγού έναν νέο άντρα ντυμένο κοτζαμπάση σε εγρήγορση. Κατηφόρισε προς τον ορμητικό χείμαρρο που κυλούσε ανάμεσα στις ελατώδεις πλαγιές και ακολούθησε το μονοπάτι στο πλάι του. Φορούσε λινό κρεμ κοστούμι, καφέ μακό, κανελί χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Ρούχα της δουλειάς για ένα διοικητικό στέλεχος, που προσπαθούσε να κρύψει την ταραχή στο βλέμμα με τη σταθερότητα στο βάδισμα.
     Τα πυκνά κλαδιά των κωνοφόρων εμπόδιζαν το φως του ανοιξιάτικου μεσημεριού να διαχυθεί στην ατμόσφαιρα. Λίγες φωτεινές θέσεις άλλαζαν με τις ώρες πάνω στο καφετί δέρμα του τοπίου. Μερικά αγριολούλουδα, πολλοί θάμνοι, κυρίως γύρω από το ποτάμι. Αφού περπάτησε γύρω στα σαράντα μέτρα, η γυναίκα σταμάτησε δίπλα στο ξύλινο γεφύρι. Έμεινε ακίνητη προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ. Το επίμονο μοιρολόι από ένα σμάρι δεκαοχτούρες προσπαθούσε να σκεπάσει τη βοή του χειμάρρου. Βημάτισε πέρα δώθε κατοπτεύοντας τον χώρο με άξονα αναφοράς το γεφύρι. Έπειτα πήρε μια μεγάλη πέτρα και την έριξε στο νερό κοιτάζοντας προς την απέναντι πλαγιά.
Ξαφνικά, ανυψώθηκε δίπλα της τεντωμένο, χοντρό σύρμα, με τη μία άκρη δεμένη στο χείλος του γεφυριού και την άλλη αόρατη στα πέρατα της πλαγιάς. Γύρισε τρομαγμένη, για να αντικρύσει το κρεμασμένο στο σύρμα βικτοριανό καρουσέλ να πλησιάζει αργά μα σταθερά σαν τελεφερίκ που εκτελεί δρομολόγιο ρουτίνας. Το καρουσέλ ήταν ανοιχτό, δίχως όμως να παίζει μουσική. Οι καλαίσθητες μινιατούρες χαίρονταν τον κυκλικό χορό τους πάνω στα ξύλινα αλογάκια. Άνοιξε τον κίτρινο φάκελο που βρισκόταν σε μια θήκη στην οροφή. Περιείχε μια εκτυπωμένη σελίδα Α4. Αφού τη διάβασε, της ήρθε να δακρύσει αλλά κρατήθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μεγάλο ματσάκι με χαρτονομίσματα των διακοσίων και των εκατό ευρώ, τα εσώκλεισε στον φάκελο και τον έβαλε πίσω στη θήκη του. Το καρουσέλ ξεκίνησε πάλι τον χορό του, καθώς εκείνη έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής. Βάζοντας το τεκμήριο στην τσάντα της, η γυναίκα κίνησε προς το αυτοκίνητο. Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ. Οι δεκαοχτούρες συνέχιζαν το τραγούδι τους όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός.
Όταν έφτασε τρέχοντας αντίκρισε έντρομη τον σύντροφό της να την κοιτάζει αργοσαλεύοντας τα βλέφαρά του. Η σφαίρα είχε ανοίξει μια τρύπα στην πουκαμίσα του, ακριβώς στο σημείο της καρδιάς. Αίμα είχε πλημμυρίσει το στέρνο του, ενώ σάλιο κυλούσε από το στόμα του. Πριν προλάβει να του μιλήσει, ένοιωσε το κάψιμο στο χέρι της, και είδε το αίμα να αναβλύζει από τον βραχίονά της. Ο ήχος αυτή την φορά ακούστηκε στα αυτιά της σαν ένα κακό μαντάτο από το παρελθόν. Κατάφερε να βάλει γρήγορα μπρος και ξεκίνησε καταπίνοντας τα δάκρυά της, ενώ οι πυροβολισμοί έπεφταν ασταμάτητα.




Πάνος Ιωαννίδης & Εκδόσεις Πηγή©, 2016