Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη-Δεύτερο Μέρος





   Είχε να σκοτώσει δύο ώρες μέχρι να ανοίξουν οι τράπεζες. Ψιχάλιζε στη Ζυρίχη, και η νοτισμένη Limmatquai[i] πότιζε την ατμόσφαιρα με όλη τη γοητεία της. Τα καλοκουρδισμένα τραμ κυκλοφορούσαν άδεια, η πόλη ακόμη άνοιγε τα βλέφαρα της. Κάπνισε ένα χρυσό Καρέλια κοιτώντας το ποτάμι να κυλάει, μεταφέροντας τους αμφίσημους αιώνες μιας Ευρώπης που χάνεται.
   Όταν τέλειωσε το πρωινό του και βγήκε από το μικρό καφέ απέναντι από την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, κόντευε δέκα. Ήθελε να προλάβει τον broker πριν πλακώσει η δουλειά, από τα χρηματιστήρια άλλων ηπείρων. Το πλήθος που ήταν μαζεμένο, έξω από την κεντρική είσοδο της τράπεζας τον ξάφνιασε. Άνοιξε δρόμο, σπρώχνοντας άλλα στοιβαγμένα σώματα, υπνωτισμένα από τις διδαχές της ψυχολογίας της μάζας. Ο Χέλμουτ Χόφμαν, κοίταζε τον κόσμο από το απόλυτο μηδέν, στο οποίο είχε περάσει πριν λίγο. Δεν κυλούσε αίμα από κανένα σημείο του κορμιού του, δεν υπήρχαν ίχνη πάλης πάνω του. Το δεξί του χέρι, μάλλον προσπαθούσε να πιάσει την καρδιά του, όμως από το στόμα του είχε τρέξει αφρώδες υγρό. Απαθανάτισε το μακάβριο θέαμα με το κινητό του, δίχως να γίνει αντιληπτός από το ξαφνιασμένο πλήθος.
  Παρά το μοιραίο γεγονός, δίπλα στον κόσμο, που πλέον παρατηρούσε τους τραυματιοφορείς να συλλέγουν το πτώμα, μια άλλη ομάδα παραπονιόταν σε οργισμένα γερμανικά για την αργοπορία στις λειτουργίες της τράπεζας. Με τα πολλά η πόρτα άνοιξε και οι άνθρωποι ξεχύθηκαν στο κτήριο σαν σμήνος πουλιών σε κυματοθραύστη.
Γεμίσαμε επενδυτές και καταναλωτές, του είπε στα ιταλικά ο πορτιέρης της τράπεζας κλείνοντας του το μάτι.

   Έπρεπε άμεσα να ενημερώσει τα κεντρικά, καθώς ο βασικός στόχος ήταν νεκρός και ο ίδιος βρισκόταν στην Ελβετία. Από το ξενοδοχείο τον είχαν πληροφορήσει με sms, για check in μετά τις 2. Γνώριζε ότι στη χειρότερη θα του ζητούσαν να επιστρέψει, και καθώς το μυαλό του καιγόταν από τις στροφές, θυμήθηκε ότι η ψυχομάνα του Χόφμαν έμενε λίγο πιο πάνω.
   Το αεροδρόμιο έσφυζε από κίνηση ως συνήθως. Χρησιμοποίησε το skype για να μιλήσει με το γραφείο, διαλέγοντας τον λογαριασμό Riverboy. Μίλησε με τη Diana, τη δεύτερη τη τάξει γραμματέα του γενικού. Καθώς περίμενε την απάντηση, σχημάτιζε στο μυαλό του απίθανες εκδοχές της υπόθεσης . Σε δέκα λεπτά η απόκριση ήρθε γραπτώς, Πιάσε δωμάτιο στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου με διαφορετικό όνομα, και φρόντισε η νοικοκυρά να μην χάσει τα κουζινικά της. Εντολή που σήμαινε πως η Μπαρτίτσι έπρεπε να πάρει τα χρήματα της όπως και να ‘χε το πράγμα.
   Όταν ξύπνησε σουρούπωνε. Το μέρος του αεροδιαδρόμου που φαινόταν από το μακρόστενο παράθυρο του δωματίου του, έδειχνε σαν μια μικρή προέκταση του μαβί ουρανού. Τα λίγα πορτοκαλιά σύννεφα έμοιαζαν από τον δέκατο έβδομο όροφο, με μαδημένες τουλίπες που χαϊδεύουν τα συμμετρικά φτερά των αεροπλάνων. Πριν μπει για μπάνιο, έπνιξε την παρόρμηση να πάρει την πρώτη πτήση ψάχνοντας την άκρη του ουρανού.
   Ντύθηκε και κατέβηκε προς τον υπόγειο, για να πάρει το τρένο για την πόλη. Μπλέχτηκε λίγο με εγκλωβισμένους ταξιδιώτες στα περιθώρια της ανταπόκρισης. Χασομέρησε στην ενδιάμεση ζώνη, ψάχνοντας για στιγμές διαφορετικές, έτοιμες να δοθούν σε έμπειρα βλέμματα. Μέσα στο βαγόνι μια πιτσιρίκα έστελνε μηνύματα στο facebook του φίλου της, που καθόταν απέναντι. I just commented on your profile, τον ενημέρωσε. About the party? τη ρώτησε. No something else.[ii]
   Κατέβηκε στον κεντρικό τερματικό όπως και το πρωί, μόνο που εκείνη την ώρα οι αποβάθρες ησύχαζαν στην ερημιά τους. Έδωσε στον ταξιτζή τη διεύθυνση του αδελφού της Μπαρτίτσι, και αφέθηκε να κοιτάζει τη Ζυρίχη που κατέβαζε τα ρολά. Ήταν όμορφη η πόλη δείχνοντας μέσα στα σκοτάδια της, φωτεινότερα τα σοκάκια, τις στοές και τα νερά της.
   Ήταν μια επταώροφη οικοδομή φυτεμένη παρέα με όμοιες της, σε ένα σχετικά μεγάλο οικοδομικό μπλοκ. Μεταξύ των κτηρίων αναπτύσσονταν στενάχωρες παιδικές χαρές, βρώμικα πάρκα και ανισόπεδες ράμπες για skateboard. Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τη φωνή της από το θυροτηλέφωνο, και ανέβηκε με τα πόδια στον δεύτερο όροφο. Τον περίμενε μια ανοικτή πόρτα και η μελωδία από το Autumn Leaves του Keith Jarrett, που δυνάμωνε καθώς πλησίαζε.
Σε περίμενα, του είπε καθισμένη σε μια εκρού μπρεζιέρα με ένα λεπτό τσιγάρο στο χέρι.
Περίμενες να έρθω για να συναντήσω τον αδελφό σου, και σκέφτηκες να τον αντικαταστήσεις;
   Αντί για απάντηση, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της, βγάζοντας αργά αργά τα ρούχα της. Έμεινε με τα εσώρουχα πριν χαθεί στα βάθη του διαδρόμου λέγοντας, χωρίς να γυρίσει, Θα ντυθώ, να πάμε μια βόλτα. Έπνιξε τον πόθο του, περισσότερο από αμηχανία, παρά από επαγγελματισμό. Εμφανίστηκε σε μερικά λεπτά ντυμένη, με καφέ κοτλέ εφαρμοστό παντελόνι, καρό πουκάμισο και μποτάκια.

   Όταν βγήκαν είχε αρχίσει και πάλι η βροχή. Κατευθύνθηκαν βόρεια, και σε μισή ώρα περίπου έφτασαν σε ένα σκοτεινό χωριό. Σε όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοιτούσε από τον καθρέπτη του συνοδηγού το μισοφωτισμένο τοπίο να χάνεται, λογιζόμενος την πιθανότητα να βρεθεί άνεργος.  Λίγο πιο πέρα είναι η Βαυαρία, συνειδητοποίησε. Το μέρος έμοιαζε με νεκροταφείο ακινήτων, καθώς ελάχιστα κτήρια είχαν φως.
   Μπήκαν στη μοναδική ανοικτή μπυραρία, που λειτουργούσε και ως πανδοχείο. Εκτός από μερικά ζευγάρια που φλυαρούσαν στο μπαρ, υπήρχε μόνο μια παρέα που έπινε ήσυχα σε ένα τραπέζι.
Τους ξέρεις αυτούς εδώ;
Όσο και εσύ.
Και γιατί με έφερες εδώ;
Για αυτόν το λόγο.
   Παρήγγειλαν ουίσκι για εκείνον και βότκα πορτοκάλι για εκείνη. Από τον υπολογιστή του μπαρ και προς τα κρεμασμένα ηχεία, μεταδιδόταν το Wild Ones των Suede.
Κανένα σύννεφο δεν είναι άδειο, του είπε καθώς κοιτούσε τις επιγραφές πάνω από το κεφάλι του μπάρμαν.
Το δύσκολο είναι να βρεις, τι γίνεται πριν τη βροχή, της απάντησε.
Το δύσκολο είναι να μάθεις να ζεις τις στιγμές όταν βρέχει.
Όταν βρέχει, νιώθω πιο άνετα, της είπε.
Γιατί;
Γιατί σχεδόν όλα διακρίνονται στα πρόσωπα. Λίγα πράγματα κρύβει η βροχή. Όπως τα σύνορα τη νύχτα.
Και ψάχνεις πιο εύκολα;
Ή με βρίσκουν πιο εύκολα αυτά που ζητάω.
   Φιλήθηκαν αθόρυβα, δυο φύλλα που σμίγουν στον αγέρα του φθινοπώρου. Έσμιξαν σε ένα από τα λίγα δωμάτια της πανσιόν, ακούγοντας μονάχα τη βροχή που έπεφτε. Όταν ξύπνησε, κόντευε δύο το πρωί. Τα ίχνη από τα φώτα του δρόμου, έπεφταν πάνω στο γυμνό της κορμί. Μια στάλα σάλιου κυλούσε αντίθετα, από το μισάνοιχτο της στόμα προς το αυτί της, αφήνοντας στο κοιμισμένο πρόσωπο της ίχνη ζωής.
   Το πρόσωπο του νεκρού, ήρθε μπροστά του ξαφνικά. Ήταν όμως το πρόσωπο μιας φωτογραφίας; Της φωτογραφίας που του είχε αφήσει η γυναίκα, μετά την πρώτη και μοναδική επίσκεψη της στο γραφείο. Έβγαλε τη φωτογραφία, από το βυθό της εσωτερικής τσέπης του αδιάβροχου του. Έπειτα έψαξε για το κινητό του και αφού το βρήκε, ζούμαρε ώστε να σταθούν δίπλα δίπλα το ψηφιακό και το χάρτινο τεκμήριο.
   Από το δεξί μάγουλο του Χόφμαν, έλειπε στην πρωινή φωτογραφία η χαρακτηριστική κρεατοελιά του. Εστίασε ταυτόχρονα με το μεγεθυντικό φακό στη φωτογραφία.  Η ελιά ήταν στο πρόσωπο του, σημάδι ανεξίτηλο του αίματος. Ζούμαρε ακόμη περισσότερο στη φωτογραφία του κινητού. Μερικά εκατοστά πιο πέρα από το στίγμα που άφηνε στο έδαφος, ο αφρός που έτρεχε από το στόμα του, βρισκόταν μια ψεύτικη ελιά - μάλλον από σφουγγάρι πρώτης ποιότητας, υπέθεσε.
   Χάιδεψε παρατεταμένα το χέρι της, ώστε να ξυπνήσει. Του χάρισε ένα χαμόγελο νεράιδας, κοιτώντας τον στα μάτια. Τη φίλησε απαλά στα χείλη, και της έδειξε τις φωτογραφίες. Αφού γύρισε από το μπάνιο, τις κοίταξε με προσοχή.
Είχε μία κρεατοελιά στο πρόσωπο. Ο μπαμπάς συνεχώς τον πείραζε γι αυτό. Μάλιστα, μια φορά έκανε τη χοντράδα να τον τσιμπήσει εκεί.


[i] Κεντρική οδός που διασχίζει τη Ζυρίχη κατά μήκος του ποταμού Limmat.
[ii] Αγγλικά στο Κείμενο. Μτφ: Μόλις έκανα ένα σχόλιο στο Προφίλ σου/ Για το Πάρτι;/ Όχι, κάτι αλλο.