Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Ιστορία, Μυθοπλασία, Noir Λογοτεχνία



Σημασία δεν έχει να κάνεις εικόνες με νόημα, αλλά να δίνεις νόημα στις εικόνες. (Jean Luc Godard)


Το νερό συνήθως κυλάει στο αυλάκι, λένε οι άνθρωποι που γνωρίζουνε τη φύση. Υπάρχουν όμως ορισμένες σταγόνες, που ξεφεύγουν από την πορεία και δροσίζουν τα γύρω τους. Με ποιον τρόπο, αποχωρούν αυτές οι σταγόνες από τη ροή του νερού; Και που σταματάει η ανεξέλεγκτη φορά τους;
            Η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να υπεισέρχεται σε πεδία, που κατά κανόνα δεν είναι ορατά από το μάτι του ιστορικού. Πρόκειται για το μάτι που συνήθως φοράει επίσημες διόπτρες, ή έχει μάθει να (αυτό)λογοκρίνεται, αποφασίζοντας για τις διαστάσεις που πρέπει να ακολουθήσουν τα βλέμματα του κοινού. Πρόκειται για  το μάτι, που πρώτα σκέφτεται, μετά κοιτάζει και ακολούθως καταγράφει. Η ιστορία άλλωστε γράφεται από τους νικητές. Αν και συχνά αυτοί αδυνατούν να συγκρατήσουν τον κομπασμό τους, και καταφέρνουν να παραθέσουν τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο που τελικά ευνοούνται οι ηττημένοι. Η περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου είναι ενδεικτική.
              Οι ηττημένοι της Ιστορίας ή όσοι δεν διακρίνονται στις καθεστηκυίες αφηγήσεις της, αναζητούν πομπούς για να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους. Η λογοτεχνία είναι ένα σημαίνον, που διαρκώς αναζητά να γεμίσει τους κόλπους της με σημαινόμενα. Οι noir αφηγήσεις βρίθουν από καλούς και κακούς που με τον τρόπο τους και κυρίως με τις πράξεις τους, επιδιώκουν να μας πούνε τη δική τους ιστορία. Ρίχνοντας το στίγμα τους στη θάλασσα, και προσδοκώντας να βρεθεί κάποτε σε μια ερημική παραλία από έναν συνένοχο.
            Εκτός όμως από τους όρους συγγραφής και διδασκαλίας της ιστορίας υπάρχουν τα κενά. Τα κενά δεν μπορούν να λάβουν διαστάσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι αδύνατο να μετρηθούν. Ακόμη, και αν χρησιμοποιήσουμε την (εντελώς) φανταστική γεωμετρία του Riemann ή του Lobachevsky, τα κενά εξακολουθούν να παραμένουν καθώς (ανά)παράγονται από τις πολλαπλές διαστάσεις του βλέμματος. Ή εναλλακτικά διατυπωμένο, από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι κάθε βλέμμα, συνιστά και μια αυθύπαρκτη διάσταση, όπως συνήθιζε να τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης.
           Ένα έγκλημα δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την επίμονη παρουσία ενός κενού. Ο δολοφόνος, ένα πρόσωπο το οποίο είναι βλάσφημο καθώς ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και προσεγγίζει τα  θεϊκά, μέσω της  αυτοδικίας, έχει ως κίνητρο την κάλυψη ενός κενού. Με προσωρινά και συνεπώς μάταια αποτελέσματα. Ο δολοφόνος και ο διώκτης είναι μοιραία πρόσωπα, ενωμένα για πάντα με τα δεσμά μιας μυστικής γνώσης. Μιας γνώσης που έχει δημιουργηθεί σε έναν κόσμο που μόνο πορεία τυχαίου περιπάτου δεν ακολουθεί. Οι πιο καλοί ντετέκτιβ στα αστυνομικά μυθιστορήματα, γνωρίζουν άλλωστε, ότι η δικαιοσύνη που αποδίδεται μοιάζει με κόκκο άμμου που ρίχνεται στην κλεψύδρα του ατέλειωτου χρόνου. Εξακολουθούν όμως να ψάχνουν στην άμμο, ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο και οι ίδιοι τους μπορούν να αγγίξουν τις αχτίνες της εσώτερης λύτρωσης.
          Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα τόσο κρίσιμα και τόσο έντονα, που δημιουργούν χάσματα και όχι απλώς κενά. Ο ορισμός του Engels για την ιστορία, ότι πρόκειται για μια συνισταμένη που δημιουργείται από διαφορετικές και αντικρουόμενες μεταξύ τους συνιστώσες, με το τελικό αποτέλεσμα στην απόλυτη μορφή του να μην είναι επιθυμητό από κανέναν, υπονοεί περισσότερα από όσα διατυπώνει. Δεν είναι σπάνιο σε μια συναρπαστική noir ιστορία οι διώκτες να κάνουν παζάρια με τους διωκόμενους, φοβούμενοι για τους δικούς τους λόγους, μην πέσουν ξαφνικά στο απόλυτο μηδέν του ιστορικού χάσματος.
Τα χάσματα δημιουργούνται με άλλα λόγια, όπως το νερό κυλάει στο αυλάκι. Η noir λογοτεχνία γεννάται στις διαδρομές των σταγόνων που αφήνουν το αυλάκι για άλλες διαδρομές. Οι λέξεις της ανατρέφονται εκεί που δεν φτάνουν οι ακτίνες του (ιστορικού) φωτός, αλλά διαθλάται μόνο το βλέμμα του ντετέκτιβ. Ψάχνοντας για την κρυμμένη κατάσταση των πραγμάτων και προσπαθώντας να τη μεταδώσει στο φιλοθεάμον κοινό.
 Είναι η noir λογοτεχνία το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα; Προσωπικά, πιστεύω πως ναι. Η άποψη μου στηρίζεται σε όλα τα προαναφερόμενα, που παρουσιάστηκαν με έμμεσο τρόπο, καθώς είναι προτιμότερο να μιλάς έμμεσα παρά άμεσα για την τέχνη σου. Γνωρίζω πως οι ενστάσεις είναι πολλές, μα λίγες τεκμηριώνουν την άποψη τους. Οι σημαντικότερες εξ αυτών, υπογραμμίζουν ότι η noir λογοτεχνία δεν μπορεί εύκολα να συνδεθεί με τα βασικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού εποικοδομήματος. Συνήθως  όμως προέρχονται από φωνές που αδυνατούν να κατανοήσουν την πολυδιάστατη υπόσταση των σημερινών κοινωνιών. Ένας κόσμος που αλλάζει τόσο γρήγορα, λες και βρίσκεται σε πεδίο κινούμενης άμμου, χρειάζεται τις αφηγήσεις του. Που γεμίζουν τα κενά με λογοτεχνικό τρόπο.
Ο κοινωνικός μετασχηματισμός που υφίσταται η ελληνική κοινωνία, δεικνύει μια μοναδική ευκαιρία για noir αφήγηση . Ίσως για αυτόν τον λόγο, η τοπική λογοτεχνική πιάτσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταστροφής από την απόρριψη προς τη αποδοχή του είδους. Μέχρι πρόσφατα, ημιμορφωμένοι κριτικοί τόνιζαν σε κάθε δεύτερη ευκαιρία, πως πρόκειται για λούμπεν λογοτεχνία που απευθύνεται σε αναγνώστες με περιορισμένη αισθητική επάρκεια. Η πρεμούρα τους να μιλήσουν για τους νέους τίτλους, τονίζοντας το κενό που υπάρχει στην καταγραφή της νεοελληνικής περίπτωσης με όρους noir, κουνάει το μαντήλι σε ένα τρένο που μόλις ξεκίνησε.