Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη-Τελευταίο Μέρος

   Πήρε αυτός το τιμόνι. Από το cd player ακουγόταν το Leaves me Cold των Lush. Οδηγούσε γρήγορα μπαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα. Το ξημέρωμα είχε ακόμη δύο περίπου ώρες μπροστά του. Οι κάτοικοι των οικισμών γύρω από το αεροδρόμιο κοιμούνταν ακόμη, ανενόχλητοι από τις απογειώσεις και τις προσγειώσεις, επωφελούμενοι από το πρόσφατο δημοψήφισμα που οι ίδιοι έστησαν.
Μην τρέχεις τόσο πολύ. Αν τους έρθει σήμα από τις κάμερες θα μας σταματήσουν.
Πρέπει να προλάβουμε.
    Παρά τη νύστα και την κούραση, ένας επίμονος άνεμος διαύγειας ξυπνούσε το πνεύμα του. Όταν τον έβρισκαν αυτές οι στιγμές, συνειδητοποιούσε ότι δεν έκανε λανθασμένη επιλογή δραστηριότητας. Πάτησε το γκάζι παρά τη δυνατή βροχή, κάνοντας ευχή οι Ελβετοί μπάτσοι να βρισκόταν ακόμη σε φάση μακαριότητας.

   Ήταν ένα τυπικό αγροτόσπιτο της περιοχής, υπήρχαν εκατοντάδες παρόμοια εκεί γύρω. Στην αυλή παρατασσόταν περιμετρικά ενός σιντριβανιού, λουλούδια και καλοσχηματισμένοι θάμνοι, ενώ στο βάθος υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο σκυλόσπιτο. Η ησυχία που άπλωνε η αύρα του στο χώρο, ήταν αφοπλιστική. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε.
   Ζυγίζοντας τον λίγο χρόνο που είχανε στη διάθεση τους, σκαρφάλωσε από τη φυλλωσιά στο δεύτερο όροφο. Παραβίασε το μικρό παράθυρο του διαδρόμου και της έριξε την κουρτίνα βοηθώντας την να ανέβει. Καθώς σκαρφάλωνε έχασε το αριστερό της παπούτσι.
   Η νταντά του Χόφμαν, ροχάλιζε ρυθμικά στο δωμάτιο στο βάθος. Ο ίδιος κοιμόταν στη δική του κρεβατοκάμαρα με κλειστή την πόρτα. Την άνοιξε απαλά, και μέχρι να σηκωθεί, του είχε βάλει το σαρανταπεντάρι στο λαιμό.
Αν φωνάξεις σε τελειώνω, του είπε.

   Αφού τέλειωσε με την προσωπική του υγιεινή και η Μπαρτίτσι ετοίμασε καφέ, κάθισαν και οι τρεις στο μικρό δωμάτιο. Δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Την κοιτούσε όπως ο μελλοθάνατος τον εκτελεστή του.
Ποιος ήταν αυτός, που έκανε το νεκρό για λογαριασμό σου; τον ρώτησε στα αγγλικά.
Δεν τον έκανε για λογαριασμό μου.
Τότε για ποιον;
Για την τράπεζα.
Στα πρόσωπα τους είχε σχηματιστεί η αρχέγονη απορία του ανθρώπου μπροστά σε ένα κακό θαύμα. Ο broker ήπιε λίγο από τον καφέ του, λέγοντας, Όπου να ‘ναι θα ξυπνήσει.
Τι εννοείς; Ή τράπεζα; τον ρώτησε η γυναίκα.
Μου πρότειναν να αλλάξω ταυτότητα, να υποστώ αλλαγή των χαρακτηριστικών του προσώπου μου, με πλαστική εγχείρηση και να ξεκινήσω μια καινούρια καριέρα στην Σαγκάη. Τα λεφτά είναι υπερβολικά πολλά για να αρνηθώ.
Πόσα δηλαδή; τον ρώτησε η γυναίκα.
Της έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα, δίχως να απαντήσει.
Και γιατί σε αναγκάζουν να αλλάξεις ταυτότητα;
Γιατί το να ρίξεις την ευθύνη σε έναν νεκρό είναι πολύ ευκολότερο, από το να ψάχνεις για έναν ζωντανό.
Δεν σε καταλαβαίνω, παρενέβη πάλι η Μπαρτίτσι.
Ήπιε μια ακόμη γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο, κρατώντας το με τα δύο του χέρια που έσμιγαν από τις χειροπέδες. Μέχρι τις 12 σήμερα το μεσημέρι, περίπου σαράντα εκατομμύρια ευρώ ορισμένων  καταθετών μας θα χαθούν. Όταν λέω ότι θα χαθούν, εννοώ ότι αυτοί είναι οι χαμένοι περίπου είκοσι άτομα, αν θυμάμαι καλά. Η τράπεζα θα τα παίξει σε ένα στοίχημα, με αντικείμενο την άνοδο του αυστραλιανού δολαρίου. Έχουμε εσωτερική πληροφόρηση ότι το δολάριο θα πέσει. Ως αντάλλαγμα για αυτήν την κίνηση, θα γλιτώσουμε τα ενοίκια για τα πέντε πρώτα χρόνια στα γραφεία μας στη Σανγκάη.
Και τα δικά μου χρήματα;
Και τα δικά σου. Κάποιος ανταγωνιστής ή συνεργάτης μας έχει ανάγκη από ρευστότητα. Εμείς πρέπει να διεισδύσουμε άμεσα στην αγορά της Κίνας. Είναι τόσο απλό. Θα φανεί ως τεχνικό λάθος, ενός νέου στελέχους που ανέλαβε τα καθήκοντα μου, μετά τη δολοφονία μου. Ως λάθος που οφείλεται στην ταραχή και στο άγχος του. Η τράπεζα θα τον απολύσει για τα μάτια του κόσμου, και μάλλον θα τον στείλει κάπου αλλού, όπως  εμένα.
Η γυναίκα σηκώθηκε και του έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι. Για λίγο επικράτησε σιγή.

   Ο ντετέκτιβ σηκώθηκε όρθιος. Τον διέταξε να πάει στην ηλικιωμένη γυναίκα και. να της δώσει ένα υπνωτικό με κάποια αφορμή.
Αλλιώς ξέχνα την Σαγκάη.
Όταν επέστρεψε του έδειξε το laptop του. Θα μεταφέρεις τα χρήματα της κυρίας Μπαρτίτσι και του αδελφού της σε δύο νέους λογαριασμούς, σε μια τράπεζα με υποκατάστημα στο αεροδρόμιο. Και αφού τελειώσεις θα το εκτυπώσεις, ώστε να υπάρχουν αποδείξεις. Και γρήγορα, του είπε βάζοντας το πιστόλι στα πλευρά του.
Και αν δεν το κάνω;
Είσαι νεκρός για όλους. Η τράπεζα θα προτιμήσει να ξεχάσει μια πραγματική αυτή τη φορά δολοφονία, για να μη θυμάται κανείς στις επόμενες χρήσεις το σκάνδαλο που θα ξεσπάσει.
Θα την πληρώσει κάποιος υφιστάμενος μου.
Ο ντετέκτιβ αγνόησε το σχόλιο, σταυρώνοντας τα χέρια και περιμένοντας.

Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε σε λίγα λεπτά. Αφού πήραν τα παραστατικά, έφυγαν με σκοπό την αναζήτηση της τράπεζας. Καθώς έφευγαν, η Μπαρτίτσι του έδειξε στο κινητό της ότι τον είχε βιντεοσκοπήσει.
Έτσι θα είσαι φρόνιμο παιδί, του υπενθύμισε.
Το πρόσωπο του είχε μυρμηγκιάσει και την κοιτούσε με φθόνο. Σε λίγο όμως, αυτό το πρόσωπο δεν θα υπήρχε.

   Στο δρόμο ξαφνικά για το αεροδρόμιο, πήρε το τιμόνι από τα χέρια του και το έστριψε απότομα σε έναν χωματόδρομο. Τι κάνεις; της φώναξε.
Τον αγκάλιασε σφιχτά από το λαιμό, και φιλήθηκαν εκεί στην άκρη του δρόμου για μερικά ατέλειωτα λεπτά. Η βροχή συνέχισε να πέφτει, ωθώντας μικρούς πολύτιμους λίθους να κυλήσουν για λίγο στο ίδιο ρυάκι.


   Στο αεροδρόμιο της Ζυρίχης σε λίγο θα νύχτωνε. Το  λυκόφως αγκάλιαζε την καθαρή ατμόσφαιρα, που ήταν διάφανη μετά τη δυνατή βροχή. Η γυναίκα σε λίγο πετούσε με τη βραδινή πτήση για Σάο Πάολο. Του είχε ζητήσει να τα παρατήσει όλα και να την ακολουθήσει. Ήταν πολύ αδύναμος για να πει ναι, πολύ μόνος για να μην πει όχι. Η αναγγελία για την πτήση επιστροφής του προς τη Ρώμη, τον έκανε να σηκωθεί από τη θέση του. Η προσδοκία της αναζήτησης στους άγνωστους λειμώνες, του ζέστανε το αίμα.