Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ποιήματ@ Ο Δρόμος στο Ποτάμι

μόνος βάδιζα για χρόνια
πέρα από τον βάλτο
σε μονοπάτι που φαινόταν μόνο από του ονείρου το μάτι
άκουγα πότε τον άνεμο πότε τα πουλιά
νερό έπινα από τις πηγές πλανημένων κοριτσιών
με τάιζαν μαγιά οι νεκρομάντισσες
και χώμα οι τσιρκολάνοι  

μια μέρα βροχερή
γέροντας τυφλός μου έφραξε τον δρόμο
για που το βαλες σφύριξε
από δω γυρνάνε δεν πηγαίνουν
ποιοι γυρίζουν από που ρώτησα
εκείνοι που χάνουν το φως τους
όταν θωρούν την πικροθάλασσα

αλήθεια είναι ότι υπάρχει αναθάρρησα
ωραία τα βλέμματα όταν τυφλώνονται από το φως της γέλασε
θα θαμπώθηκες για να το ξέρεις κορόιδεψα  
πρώτα τα δικά μου μικρούλη
άρα θυμάσαι 
θυμάμαι ότι την κοίταξα αλλά ξεχνάω ότι είδα
είπε και έφτυσε χάμω
άλλαξε δρόμο πάρε αυτόν που βγάζει στον ποταμό φώναξε
και έπειτα σκόνη έγινε και χάθηκε

τον χρόνο άκουσα και γύρισα το βήμα μου

βρήκα κουβάρια ιστορίες να χύνονται στα βάθη του
την κυρία Μαντώ να κατέχει τον χώρο 
γυναίκες που πλέκουν τα χέρια τους στις ίνες διπλανών σπιτιών

και ένα δέντρο γεμάτο καρπούς
χλωμό απ' έξω κόκκινο από μέσα
να καρτερεί τις εποχές
όπως ο φάρος τα καράβια

και το νερό αντανακλά τις λέξεις μου 
σαν βιβλίο που γράφεται 

πλέον η πέτρα μου ήσυχα μουλιάζει
στη βοή του ποταμού